ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ФОЛЬКЛОР. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ФОЛЬКЛОР. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΜΗΝΑΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ



Ο ΓΕΝΑΡΗΣ ΣΤΟ ΛΑΟ ΜΑΣ


Ο Γενάρης-Ιανουάριος ονομάστηκε έτσι από το ρωμαϊκό θεό Janus-Ιανό. Ο Ιανός ήταν θεός της αρχής και του τέλους, της μετάβασης από μια κατάσταση σε άλλη. Ήταν ο θεός-επόπτης της κάθε  κρίσιμης καμπής: καμπής στο χρόνο, στη ζωή μας.

Τον Ιανό οι  Ρωμαίοι τον παρίσταναν διπρόσωπο. Στις πύλες της Ρώμης το άγαλμά του κοίταζε με το ένα πρόσωπο την έξοδο και με το άλλο την είσοδο της πόλης. Κοίταζε, δηλαδή, ταυτόχρονα προς τα μπρος και προς τα πίσω. Ο προσδιορισμός αυτός ισχύει τόσο για το χρόνο όσο και για τον χώρο. Επομένως ο Ιανός αντίκριζε, επίσης, ταυτόχρονα το παρελθόν και το μέλλον. Στο χέρι του κρατούσε ένα κλειδί. Με αυτό άνοιγε τις πύλες της Ρώμης, αλλά και του καινούργιου χρόνου. Στο Ιανό οι Ρωμαίοι αφιέρωσαν  όχι μόνο τον πρώτο μήνα του έτους αλλά και την πρώτη μέρα  του κάθε μήνα, τις καλένδες, όπως έλεγαν την πρωτομηνιά. Ο ναός του είχε 12 βωμούς, όσοι και οι μήνες του έτους.

Στα πρώτα χρόνια της ιστορίας τους, οι Ρωμαίοι σαν πρώτο μήνα είχαν τον Μάρτιο. Για τους Ρωμαίους,  που ήταν λαός πολεμικός, το κατεξοχήν περιεχόμενο του χρόνου (συγκεκριμένη έννοια) ήταν ο πόλεμος. Οι πολεμικές επιχειρήσεις άρχιζαν την άνοιξη, γιαυτό ο πρώτος ανοιξιάτικος μήνας αφιερώθηκε στον πολεμικό τους θεό, τον  Mars (Άρης). Και πρωτοχρονιά καθιερώθηκε  η πρώτη Μαρτίου.
Αργότερα ο Ιανουάριος έγινε ο πρώτος μήνας του έτους (επί Νουμά Πομπιλίου, ο οποίος οργάνωσε το ημερολόγιο με βάση τις τροπές του Ηλίου). Άλλωστε και οι Πέρσες οι οποίοι είχαν  μελετήσει  τα ουράνια σώματα τοποθέτησαν τη μεγάλη γιορτή του ηλιακού θεού τους (Μίθρα) στις 25 Δεκεμβρίου. Αργότερα και οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν τη γιορτή του Μίθρα και την ονόμασαν «Γενέθλιο του Αήττητου Ηλίου».
Το περιεχόμενο, λοιπόν, του χρόνου στο οποίο ανταποκρίνεται η τοποθέτηση της πρωτοχρονιάς στη πρώτη Ιανουαρίου είναι η γέννηση του φωτός, η γέννηση του Ηλίου. Παρετυμολογώντας, τώρα, το Γενάρη με το ρήμα γεννώ, ο λαός εξηγεί: «Γιατί το Γενάρη τον λένε Γενάρη; - Γιατί γεννά η μέρα και τ’αρνιά».

Μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο, το σκοτάδι αρχίζει να υποχωρεί. Το φως κερδίζει τη μάχη. Φως σημαίνει ζωή πάνω στον πλανήτη μας και μεταφορικά σημαίνει χαρά, σημαίνει ελπίδα και είναι το στοιχείο του καλού στη ζωή μας.
Η περίοδος αυτή στη ζωή του Ηλίου, που πολεμάει και βγαίνει τελικά νικητής δεν είναι μόνο η πρώτη Ιανουαρίου αλλά οι τρεις γιορτές :  Τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνεια. Το διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στα Χριστούγεννα και τα φώτα ονομάζεται στο λαϊκό εορτολόγιο Δωδεκάμερο και θεωρείται πολύ επικίνδυνη εποχή. Τις νύχτες, που είναι οι μεγαλύτερες του χρόνου, κυκλοφορούν οι καλικάντζαροι, δαιμόνια του σκότους, που άφησαν για λίγο την κατοικία τους (έγκατα της γης) και ανέβηκαν στην επιφάνεια για να πειράξουν τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι προσπαθούν να τους απομακρύνουν με διάφορα μέσα: με τη φωτιά, που την αφήνουν να καίει όλη τη νύχτα στο τζάκι του σπιτιού, με ένα βοτάνι που έχει έντονη μυρωδιά και που το λένε απήγανο  και, φυσικά,  με το σημείο του σταυρού, που διώχνει κάθε κακό. Προσπαθούν επίσης να τους καλοπιάσουν, ρίχνοντάς τους λουκάνικα και ξεροτήγανα στα κεραμίδια, για να φάνε και να μη πειράζουν. Τα δαιμόνια αυτά εξαφανίζονται  τα Θεοφάνεια, γιατί τα κυνηγάει ο παπάς με την αγιαστούρα του. Κανένα κακό δεν μπορεί να αντισταθεί στον Μεγάλο Αγιασμό, που όλα τα εξαγνίζει. Φεύγουν οι καλικάντζαροι και φεύγοντας, φωνάζουν:
Φεύγεστε να φεύγουμε
κι έρχετ’ ο ζουρλόπαπας
με την αγιαστούρα του
και  με τη βρεχτούρα του
Τα κακάβια στο κεφάλι,
τα παιδιά στην αμασχάλη,
φίου… και φύγαν σαν καπνός.

Τα έθιμα του Δωδεκαήμερου διερμηνεύουν την αγωνία που κατέχει τον άνθρωπο μπροστά στο τέλος μιας περιόδου της ζωής του-μιας χρονιάς- και την αρχή μιας καινούργιας.
Πως μορφοποιούνται, τώρα, αυτές οι έννοιες του τέλους και της αρχής; Με ποιες συμβολικές πράξεις και με ποιες συμβολικές λέξεις εκφράζονται;

Τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς μπορούμε να τα διακρίνουμε σε δύο κατηγορίες: αυτά που συνδέονται με την έννοια του τέλους κι αυτά που συνδέονται με την έννοια της αρχής.
Το τέλος δηλώνεται με την κατάλυση της καθιερωμένης τάξης. Όλα γυρίζουν τα πάνω κάτω: ελεύθεροι γίνονται δούλοι και οι δούλοι ελεύθεροι, οι γυναίκες γίνονται άντρες και οι άντρες γυναίκες (μεταμφιεζόμενοι φυσικά), ο λαός εμπαίζει τους άρχοντες και γενικά επικρατεί ασυδοσία. Τα πάντα καταρρέουν. Αυτό άλλωστε σημαίνει τέλος.
Η αρχή, αντίθετα, δηλώνεται με την αποκατάσταση της τάξης και των καθιερωμένων σχέσεων. «Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του», λένε (η μεταφορά από το κάτεργο, φυσικά). Για να τονιστεί η επαναφορά στην τάξη, οι άνθρωποι ανταλλάσουν  μεταξύ τους δώρα και ευχές. Μ’ αυτόν τον τρόπο ορίζονται ξανά και επιβεβαιώνονται οι καθιερωμένες σχέσεις: άντρες προς γυναίκες, παιδιά προς γονείς, υποτελείς προς άρχοντες. Κι ακόμα οι βαπτιστικοί προς τους νονούς, συμπέθεροι προς συμπεθέρους, κουμπάροι προς κουμπάρους κλπ.
Οι άνθρωποι μπροστά στην καινούργια αρχή προσπαθούν να εξασφαλίσουν την ευτυχία τους (ευτυχία που οι σύγχρονοι άνθρωποι στον πολυσύνθετο κόσμο που ζούμε  είναι δύσκολο να την καθορίσουν). Για τον αγρότη, όμως της προβιομηχανικής εποχής τα πράγματα ήταν απλά: Ευτυχία ήταν η καλή σοδειά, η καλή υγεία και η καλή καρδιά. Αυτή ήταν και η συνηθισμένη ευχή της Πρωτοχρονιάς: «Γεροσύνη, καλοσύνη και πολλά μπερεκέτια (δηλ. αφθονία αγαθών).

ΟΙ 12 ΜΗΝΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
















Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ



Οι ρίζες του δημοτικού τραγουδιού όσο και αν αυτό φαίνεται ότι είναι δημιούργημα των νεώτερων χρόνων, προχωρούν βαθειά στο παρελθόν. Κατά την άποψη των Φ. Ανωγειανάκη  και Στ. Κυριακίδη οι αρχές του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού ανιχνεύονται στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και συγκεκριμένα στις ορχηστικές και παντομιμικές παραστάσεις, (τραγικός παντόμιμος-παράδοση θεάτρου) όπως αυτές διαμορφώνονται μέσα στις νέες κοινωνικές και πνευματικές συνθήκες ύστερα από τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Οι αρχές του δημοτικού τραγουδιού είναι ένα πρόβλημα με πολλές αφώτιστες ακόμη πλευρές και η προσπάθεια να ορίσουμε την εποχή της πρώτης τους σύνθεσης είναι και μάταιη και χωρίς επιστημονική σημασία. Ωστόσο  με βάση τα αδιαμφισβήτητα πορίσματα πάνω στο πρόβλημα, οι χρονολογίες που σημαδεύουν την εξέλιξη του δημοτικού τραγουδιού είναι η δημιουργία του ακριτικού τραγουδιού στον 9ο και 10ο αιώνα στις ανατολικές άκρες της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η άνθηση του ερωτικού τραγουδιού στα νησιά του Αιγαίου και της Κρήτης τον 15ο και 16ο αιώνα και η γέννηση του κλέφτικου τραγουδιού στην ηπειρωτική Ελλάδα μέσα στον 18ο αιώνα.

Ο C. Fauriel μας λέει: «Οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν μια δημοτική ποίηση με όλη τη σημασία της λέξης, ακριβή και αληθή έκφραση του χαρακτήρα και της πνευματικής ανάπτυξης του Έθνους, την οποία κάθε Έλληνας αντιλαμβάνεται, κατανοεί και αγαπά. Ο κλάδος αυτός της ζωντανής ελληνικής ποίησης παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί σε αυτόν μόνο βρίσκουμε τα περισσότερα στοιχεία των πεποιθήσεων και δεισιδαιμονιών, τα οποία οι αρχαίοι Έλληνες κληροδότησαν στους απογόνους τους. Τα σύγχρονα δημοτικά τραγούδια προήλθαν από την συνεχή μεταβολή των αρχαίων»   Η άποψη αυτή του Fauriel, αν και ορθή ως προς τις γενικές της αρχές, δεν μπορούσε στην εποχή του να στηριχθεί επαρκώς γιατί το αποδεικτικό υλικό που είχε στη διάθεσή του ήταν περιορισμένο.

Από τις έρευνες άλλων  σπουδαίων Ελλήνων  λαογράφων, όπως των Νικ. Πολίτη, Στιλ. Κυριακίδη, Γ. Μέγα, Γ. Σπυριδάκη, αποδείχθηκε ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πολλά λαϊκά τραγούδια που συνήθιζαν να τραγουδούν στην εργασία, τις γιορτές και τις κάθε λογής λαϊκές εκδηλώσεις τους. (o Ιμαίος, το τραγούδι των μυλωνάδων, ο αίλινος, το τραγούδι του αργαλειού, ο ίουλος, το τραγούδι του θέρου,  ο λίνος το τραγούδι του τρυγητού, το επιλήνιον, το τραγούδι κατά το πάτημα των σταφυλιών στο ληνόν = πατητήρι, ο βουκολιασμός, το τραγούδι των βοσκών,  η ύπαρξη «αγυρτικών» τραγουδιών από την εποχή του Ομήρου ακόμα   με αποτρεπτικό ή ευχετικό χαρακτήρα σχετικά με το μαρασμό και την αναγέννηση της φύσης όπως το τραγούδι Ειρεσιώνης στη Σάμο το Χελιδόνισμα στη Ρόδο  που τα βλέπουμε στα εποχικά νεοελληνικά τραγούδια κα στα κάλαντα, τα σκόλια αυτοσχέδια συμποσιακά τραγούδια, οι Καταβαυκαλήσεις δηλ αρχαία νανουρίσματα, η αλήτης τραγούδι στο παιχνίδι της κούνιας, ο ολοφυρμός-μοιρολόι πάνω στο νεκρό, οι κώμοι - τραγούδια σατιρικά στις γιορτές του Διόνυσου και άλλα πολλά).

Από τα τραγούδια αυτά ελάχιστα διασώθηκαν. Επίσης ως αξιόλογα στοιχεία που αποδεικνύουν τη σχέση με την αρχαιότητα, ο Στ. Κυριακίδης θεωρεί τα εξής:
Οι  λέξεις "τραγούδι", "παραλογή" και "καταλόγι". Η λέξη "τραγούδι" προέρχεται από τη λέξη "τραγωδία" η οποία ήδη από τον 10ο αιώνα μ.Χ. είχε λάβει τη σημασία του άσματος (τραγουδιού) ενώ η λέξη "παραλογή" ετυμολογείται πιθανότατα από την "παρακαταλογή" που δήλωνε είδος μελοδραματικής απαγγελίας. Η λέξη "καταλόγι" που σήμερα κατά περιοχές έχει διάφορες σημασίες όπως λ.χ. μοιρολόι, δίστιχο, "παροιμία", προέρχεται από την αρχαία λέξη "καταλογή" (ρήμα = καταλέγω) που σήμαινε αφήγηση, τραγούδι, μελωδική απαγγελία.
Οι  υποθέσεις μερικών τραγουδιών των οποίων ο πυρήνας θυμίζει αρχαίους μύθους συνηθισμένους στο θέατρο. Έτσι λ.χ. το θέμα του τραγουδιού "Ο γυρισμός του ξενιτεμένου" που είναι διαδεδομένο στην ποίηση των ευρωπαϊκών λαών, έχει σχέση με το επεισόδιο της αναγνώρισης του Οδυσσέα από την Πηνελόπη.
Η χρησιμοποίηση του δεκαπεντασύλλαβου ιαμβικού στίχου που πιθανότατα είναι εξέλιξη του αρχαίου ιαμβικού καταληκτικού τετράμετρου.

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Ο Άνθρωπος για να ικανοποιήσει τις βασικές και πολιτιστικές του ανάγκες είναι υποχρεωμένος να προσπαθήσει, να αγωνιστεί, να εργαστεί. Έτσι για τη λύση του προβλήματος της επιβίωσης  έμαθε να εργάζεται και να συνεργάζεται με τους άλλους. Να επιλέγει και να κάνει ένα επάγγελμα σύμφωνα με τις διαθέσεις, τις δυνάμεις, τις βλέψεις και τις επιθυμίες του. Είναι υποχρεωμένος να βρει ένα ρόλο, το δικό του ρόλο που θα παίξει στη ζωή, αυτός που είναι σημαντικός για τον ίδιο, αυτόν που εκτιμά περισσότερο. Έτσι δε ζυγίζει κάτω από το βάρος του κάματου, δε γερνάει, δε μεμψιμοιρεί, νοιώθει ακμαίος, ζωντανός και χαρούμενος.

Τέτοιοι παλαιστές υπήρξαν και στο παρελθόν πολλοί. Αγωνίζονταν όλη την ημέρα, περιόριζαν στο ελάχιστο τον ύπνο τους και την ξεκούραση, ξεχνούσαν την ψυχαγωγία. Δεν αποθαρρύνονταν από τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες. Πάλευαν έχοντας πάντα αποθέματα δραστηριότητας, ευθυμίας, αισιοδοξίας και αγωνιστικότητας. Το μυστικό τους η αγάπη για τη δουλειά τους κι ο έρωτας για το μεγάλο θείο δώρο, τη ζωή.

Το επάγγελμα σμιλεύει την προσωπικότητα του ανθρώπου. Διαμορφώνει την εικόνα τόσο εσωτερικά όσο κι εξωτερικά. Ο τρόπος που σκέφτεται, που κινείται είναι απόλυτο συνδεδεμένος με το είδος του επαγγέλματος.
Ο θυμόσοφος λαός μας και σε τούτη την περίπτωση έδωσε το καταστάλαγμα της πείρας του στη παροιμία: «Μάθαινε τα παλιά, να ξέρεις τα καινούρια».

Ξετυλίγοντας το νήμα των παραδοσιακών επαγγελμάτων και ασχολιών, θα βρεθούμε σ’ ένα κόσμο μακρινό, ξεχασμένο στο παρελθόν, όπου θα διαπιστώσουμε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν τότε οι άνθρωποι χωρίς τα μέσα που διαθέτουμε εμείς σήμερα αλλά παράλληλα θα θαυμάσουμε κιόλας την επινοητικότητά τους ώστε να μπορέσουν να εκμεταλλευτούν αυτά που τους έδινε η φύση καθώς επίσης και τις φυσικές ενέργειες (νερό, άνεμο, βιομάζα).
Η παλιότερη εποχή δεν θα εμφανισθεί σαν ιδανική ούτε πρόκειται ποτέ να αρνηθούμε τα καλά της σημερινής Τεχνολογίας για να ξαναγυρίσουμε στα παραδοσιακά εργαλεία, στο νερόμυλο, στο τζάκι και στο αλέτρι. Όμως μπορούμε να βρούμε πολλά θετικά σ’ εκείνη την εποχή. Η ανάγκη οδηγούσε τότε τους ανθρώπους να σκέφτονται και να επινοούν. Σήμερα μπορούμε εύκολα να βρούμε ό,τι θέλουμε και να φτιάξουμε χωρίς κόπο όποια κατασκευή θέλουμε και γι’ αυτό δεν είναι απαραίτητο να επινοήσουμε λύσεις. Αυτό όμως δεν είναι πάντα θετικό. Γιατί μπορεί εκτός από την άνεσή μας, να μας φέρει και την αδιαφορία.

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2012

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΒΕΡΟΙΑΣ


Λαογραφία-Πολιτισμός

 Θα επιχειρήσουμε  να κάνουμε μια σύντομη  και περιληπτική αναφορά σε αυτό το  τεράστιο κεφάλαιο  σχετικά με τη λαογραφία, τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα της παλιάς Βέροιας. Όταν αναζητήσει κανείς τις ρίζες της λαϊκής και λόγιας παράδοσης της Βέροιας βλέπει πως φθάνει στα πολύ παλιά χρόνια. Πανάρχαιοι φόβοι, μύθοι, θρύλοι, δοξασίες, ήθη  και έθιμα φτάνουν μέχρι σήμερα με πολλές παραλλαγές. Έντονος είναι ο Βυζαντινός της χαρακτήρας και ήδη από  τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής περιόδου και μέχρι σήμερα σώζονται παραδόσεις που αφορούν την θρυλική «Βασίλισσα Βεργίνα».
Πρόκειται για μια Αρχόντισσα που σύμφωνα με την προφορική παράδοση λέγεται πως ήταν γόνος των  Βασιλέων Παλαιολόγων. Ερείπια θερινών παλατιών, τόσο στη γειτονική Βεργίνα όσο και στην Βέροια που αποδίδονται στη Βασίλισσα αυτή, υπάρχουν ακόμα.
Μα η μανία των Τούρκων και η καταπίεση δεν εμπόδισαν την Βέροια να συνεχίσει τον πολιτισμό της και να αναδείξει επιφανείς άνδρες οι οποίοι έγιναν όχι μόνο πανελληνίως γνωστοί αλλά και  στο εξωτερικό. 


1.Ιωάννης Κωττούνιος (1572-1657) Ευεργέτης και διάσημος νεοαριστοτελικός φιλόσοφος.
2.Μητροφάνης  Κριτόπουλος (1589-1639) Λόγιος και Πατριάρχης.
3.Δημήτριος  Ρακτιβάν(1827-1893) Ευεργέτης.
4.Κων/νος Δ. Ρακτιβάν (1865-1935) Πολιτικός.
5.Δημήτριος  Βικέλας (1835-1908) λογοτέχνης, βασικός συντελεστής της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων (1896).
6.Αναστάσιος Σιορμανολάκης (1852-1924) Πολιτικός και Αγωνιστής.

Ξεχωριστή θέση έχουν τα αρχοντικά της Βέροιας με την Μακεδονική αρχιτεκτονική  οι ρίζες της οποίας φθάνουν βαθιά στο Βυζάντιο. Το Βεργιώτικο παραδοσιακό σπίτι ξεχωρίζει με την φρουριακή διαμόρφωση και εμφάνιση, που μαζί με την βαριά δίφυλλη πόρτα με τα πλατυκέφαλα γυφτοκάρφια και ασφαλισμένη από μέσα με τις σιδερένιες αμπάρες, έδινε την εντύπωση ενός μικρού φρουρίου.

Η Βεροιώτικη ενδυμασία  παρουσιάζει ιδιαίτερο αισθητικό ενδιαφέρον και η Βεροιώτισσα με αυτή την φορεσιά φάνταζε σαν Βυζαντινή Αρχόντισσα. Δεν μπορούμε μέσα σε αυτές τις λίγες γραμμές να αναλύσουμε την πολύ όμορφη και πλούσια επίσημη Βεροιώτικη γυναικεία φορεσιά. Απλά θα αναφέρουμε τα κύρια εξαρτήματά της :

Το υφαντό μεταξοβάμβακο εσωτερικό πουκάμισο (κισμίρι), το μεταξωτό ή βαμβακερό, μακρύ, πλισεδωτό, λουλουδάτο ή ριγωτό φουστάνι, η ‘’τραχηλιά’’( με πιπίλα γύρω) η ποδιά, το μεταξένιο ζωνάρι, τα ‘’μανικάκια’’ (με πιπίλα γύρω γύρω), οι πλεχτές κάλτσες, τα δερμάτινα παπούτσια, τα επανωφόρια, που ήταν η ‘’σαλταμάρκα (κοντή ζακέτα) ή λιμπαντί, το κοντογούνι (λιμπαντί με γούνα) το μακρολέμπαντο και ο  ‘’τσουμπές’’(μακρύ επανωφόρι για τις ηλικιωμένες) με απαραίτητα συμπληρώματα το ‘’φακιόλι’’ στο κεφάλι, τα μαργαριτάρια, τα φλουριά, το χρυσό ρολόι και τα δακτυλίδια

Η φορεσιά αυτή δείχνει ότι οι Βεροιώτες ζούσαν μια πολυτελή ζωή και οι γυναίκες όσον αφορά στο ντύσιμό τους είχαν ανεβασμένο αισθητικό επίπεδο με λεπτή, αυστηρή γραμμή χωρίς υπερβολές και πολύ φανταχτερά χρώματα.


Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ – ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΕΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ



Όπως παρατηρεί ο πατέρας της Ελληνικής Λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης σε ειδικό για τη δεισιδαιμονία άρθρο του, αυτή εκφράζει τον παράλογο φόβο προς τον Θεό, φόβο που δεν έχει σχέση με την ευσέβεια. Γι' αυτό στις πράξεις του δεισιδαίμονα επισημαίνονται στοιχεία που ανάγονται και σε προχριστιανικές αντιλήψεις και διατηρήθηκαν «κατά τον υπό των εθνολόγων κληθέντα νόμον της επιβιώσεως». Επιβιώνουν δε παράλογες δοξασίες και καταστάσεις, από ψυχολογικούς λόγους, από την έντονη και συχνά αγωνιώδη τάση του ανθρώπου να γνωρίσει το μέλλον του ή να εξασφαλίσει το παρόν του. Για τον σκοπό αυτόν άλλοτε κατέφευγαν πολλοί σε μαγικά βιβλία, κυρίως γιατροσόφια και σολομωνικές. Ο Πολίτης έδωσε κι ένα διάγραμμα των δεισιδαιμονικών εκδηλώσεων. Σύμφωνα μ' αυτό, δεισιδαίμονες είναι όσοι θεωρούν τα φυσικά φαινόμενα (ουράνια και άλλα) ως προεξαγγελίες των τυχών του ανθρώπου, όσοι συσχετίζουν με τις ανθρώπινες πράξεις φαινόμενα και γεγονότα ολότελα άσχετα με αυτές (φωνές πουλιών, σπλάγχνα ζώων, χαρτομαντεία κ.λπ.), όσοι πιστεύουν ότι ο άνθρωπος μπορεί με ορισμένες - μυστηριώδεις, όχι ορθολογικές - ενέργειες να κανονίζει κατά την επιθυμία του την επίδραση υπερφυσικών δυνάμεων και να μεταβάλλει τους φυσικούς νόμους (επωδές * και άλλες μαγικές ενέργειες).



Μπορούμε να παρακολουθήσουμε και μιαν εξέλιξη των δεισιδαιμονιών. Στους άγριους λαούς έχουν στυγνή όψη, είναι συχνά αποκρουστικές, ενώ σε πολιτισμένους λαούς απέκτησαν ηπιότερο χαρακτήρα κι έγιναν συνήθως «παιγνιώδεις» και ακίνδυνες. Όταν ο άγριος της Νέας Ζηλανδίας τρώει το αριστερό μάτι του αντιπάλου που νίκησε ή καταβροχθίζει ωμή την καρδιά του εχθρού, πιστεύει ότι έτσι κλείνει στο στήθος του την ψυχή του σκοτωμένου και αφομοιώνει τη δύναμη και την πολεμική αρετή του  η ίδια ιδέα, που διατηρήθηκε, κατά τον Πολίτη, δίχως επίγνωση και σε εκπολιτισμένες κοινωνίες, παρακινεί τις μητέρες ν' αποτρέπουν, παίζοντας, τα παιδιά τους να μην τρώνε μυαλά πετεινού, για να μη γίνουν «πετεινόμυαλοι», ή γλώσσα προβάτου, για να μη γίνουν δικηγόροι! Η ίδια δοξασία υπάρχει στον αρχαίο μύθο, σύμφωνα με τον οποίο ο κένταυρος Χείρων έτρεφε τον Αχιλλέα με σπλάγχνα λιονταριού και με μυαλά αρκούδας και αγριόχοιρου.
Ζούμε σε μία εποχή όπου η επιστήμη γνώρισε μίαν εκ­πληκτική πρόοδο. Ανακα­λύψεις και κατακτήσεις που πριν δύο-τρεις αιώνες φαίνονταν αδια­νόητες και κινούνταν στη σφαίρα της φαντασίας, έγιναν πραγματικότητα. Η ζωή των ανθρώπων άλλαξε σε ση­μαντικό βαθμό. Κι ενώ  περίμενε κανείς η πρόοδος αυτή να οδηγούσε στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τις προλήψεις, δεισιδαιμονίες, θρησκοληψίες, πρωτογονισμούς του παρελθόντος, η κατάσταση δεν φαί­νεται να άλλαξε σημαντικά. Ο σύγ­χρονος άνθρωπος, καυχιέται για τις κατακτήσεις του, αλλά και παραμέ­νει δέσμιος των πρωτόγονων καταβο­λών του. Οι πρωτόγονες προλήψεις και δεισιδαιμονίες βασανίζουν και καταταλαιπωρούν τον άνθρωπο. Σε κάθε του βήμα διαβλέπει κινδύνους, ταλαιπωρίες, αποτυχίες, ασθένειες, θανάτους, με αποτέλεσμα να χάνει την ειρήνη του. Και το χειρότερο απ' όλα είναι ότι νομίζει πως όλα αυτά είναι μέσα στο χώρο της πίστης! Έλε­γε κάποτε ένα σημαίνον πρόσωπο της Ελληνικής κοινωνίας, με διεθνή εμβέλεια: «Εγώ είμαι πολύ θρήσκος άνθρωπος. Να φανταστείτε ότι ποτέ δεν αρχίζω κάποια εργασία, ημέρα Τρίτη!»  Η άγνοια και η σύγχυση είναι προφανής.


Οι Προλήψεις και οι Δεισιδαιμονίες  είναι ένα κομμάτι απ’ τη ζωή μας που δεν μπορούμε να το αποχωριστούμε. Και είναι αμφίβολο εάν υπάρχει άνθρωπος που να είναι εντελώς απαλλαγμένος από αυτές. Ένα σημαντικό μέρος ανθρώπων παραδέχεται ευθέως ότι είναι προληπτικοί. Οι υπόλοιποι μπορεί να το αρνηθούν, ίσως να το ειρωνευτούν, αλλά  θα κτυπήσουν ξύλο ή θα φτύσουν τον κόρφο τους σαν ακούσουν κάποιο κακό. Όλοι κρύβουμε στη ψυχή μας κάποιο φόβο και με το να μη το δείχνουμε δεν σημαίνει ότι προστατεύουμε τον εαυτό μας απ’ αυτόν.
Τις δεισιδαιμονίες τις διακρίνουμε σε δοξασίες και πράξεις που είναι σχετικές με τον άνθρωπο, τα ζώα, τη φύση και τις ανθρώπινες ενέργειες και σε εκείνες που αναφέρονται σε υπερφυσικά όντα, όπως π.χ. στοιχειά, φαντάσματα, βρικόλακες, μοίρες, νεράιδες, Αράπηδες κλπ.
H δεισιδαιμονία έχει άλλη πηγή απ’ αυτή που έχει η πρόληψη. Και οι δύο όμως είναι πλάνες της ψυχής και του πνεύματος του ανθρώπου. Γι’ αυτό ήταν αδύνατο και ο δικός μας λαός να αποφύγει την επιρροή τους. Και έτσι δέχτηκε τις υπάρχουσες, δημιούργησε νέες και πολλές εξακολουθεί να τις πιστεύει ως σήμερα. Ο πρωτόγονος άνθρω­πος ήταν κατεξοχήν προληπτικός. Πηγή των προλήψεων ήταν ο φόβος, που ένιωθε μπροστά στις άγνωστες και ισχυρότερες από αυτόν δυνάμεις της φύσης. Επειδή είχε σχηματίσει την εντύπωση, ότι οι δυνάμεις αυτές ήταν εχθρικές για τη ζωή του, άρχισε να λαμβάνει προληπτικά μέτρα, για να αποφύγει τις βλαπτικές ενέργειες τους, που αυτές έμελλε να του προ­ξενήσουν.


Κυριακή 8 Απριλίου 2012

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΣΤΑ ΠΙΕΡΙΑ



Γενικά, η  φορεσιά στα Πιέρια δεν διέφερε και πολύ από χωριό σε χωριό. Απλά υπήρχαν κάποιες παραλλαγές. Η φορεσιά  ήταν φτωχή, πράγμα που υποδεικνύει και την κοινωνία του χωριού, αφού οι περισσότεροι ήταν φτωχοί αγρότες, κτηνοτρόφοι, υλοτόμοι, τεχνίτες κλπ. Ήταν φτιαγμένη, όμως, με μεράκι και καλαισθησία. Συνήθως τα υφάσματα ήταν υφαντά στον αργαλειό. Εκείνο που πρέπει να τονιστεί είναι ότι όλα τα ρούχα που φορούσαν ήταν έργο των χεριών τους παλιά. Κάθε σπίτι είχε τον αργαλειό του και εκεί ύφαινε τα υφαντά της η οικοδέσποινα και τα προικιά της η ανύπαντρη κοπέλα. Οι βελέντζες, τα προκόβια, τα σκουτιά και όλα τα άλλα μάλλινα υφάσματα από τον αργαλειό θα περνούσαν να χτυπηθούν στα μπατάνια για να καταλήξουν στον φραγκοράφτη, όπου θα γίνει το κοστούμι. Θα αναλύσουμε στη συνέχεια τις φορεσιές των Ριζωμάτων, του Δασκίου και της Σφηκιάς.

Αντρική φορεσιά  σε όλα τα χωριά

Περίπου ίδια ήταν και η αντρική φορεσιά σε όλα χωριά. Απλά υπήρχαν διαφορές  περισσότερο στο χρώμα του πουκαμίσου.
Παλιά φορούσαν τη φουστανέλα την πλισεδάτη, με πολλές δίπλες (λαγιόλια), τα πουκάμισα με τα φαρδιά μανίκια, τα χολέβια με τις βουδέτες (πουδέτες).  Στο Δάσκιο   είχαν μια άσπρη πουκαμίσα  που έφτανε μέχρι τα γόνατα και η οποία από τη μέση και κάτω είχε λαγκιόλια (πτυχές) και τελείωνε ως φουστανέλα.  Πάνω από αυτή φορούσαν το μπενίσι ή τσαμαντάνι (γιλέκο), που ήταν καγκελοκεντημένο με χρυσό γύρο,  και με πυκνά επίχρυσα κουμπιά. Φανέλες μάλλινες είχαν μόνο για το χειμώνα. Το ζωνάρι ήταν  λευκό και κόκκινο για τους νέους και μαύρο για τους γέρους.
Για παπούτσια είχαν τα γουρουνοτσάρουχα για τις δουλειές και τα αγοραστά τσαρούχια με πρόκες και μαύρες φούντες για τις γιορτές. Οι νέοι δένανε στο λαιμό μια παρδαλή σερβέτα (μαντήλι). Ξυρίζονταν αραιά και άφηναν αφέλειες στα μαλλιά τους για παλικαροσύνη. Οι γέροι δεν ξυρίζονταν καθόλου. Η κάπα τον χειμώνα ήταν ο αχώριστος σύντροφός τους και στο κεφάλι παλιότερα είχαν το γνωστό φέσι που κατέληγε σε κόκκινη φούντα. Τον χειμώνα φορούσαν σαν παλτό το πάντο (από το επανωφόρι) που έφτανε ως το γόνατο.


 Από τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου αιώνα επικράτησε η κιλότα. Φόρεσαν  άσπρα, μαύρα πουκάμισα ή ριγέ, που κούμπωναν στον ώμο και είχαν μπροστά μεταλλικά κουμπάκια.  Η κιλότα  ήταν από μαύρο υφαντό. Κάτω από το γόνατο και πάνω από τη κιλότα φορούσαν τα σκουφούνια, που είχαν γύρισμα 3-4 εκατοστών, με κεντίδια «γράμματα» που τα έλεγαν «περηφάνιες» και τις στερέωναν με ένα μαύρο κορδόνι κάτω από το γόνατο, που στις άκρες του κρέμονταν δύο κόκκινες ή άσπρες φούντες. Το γιλέκο ήταν μαύρο, μυτερό ως τη μέση με κουμπιά και τσέπη χαμηλά για να βάζουν το ρολόι και είχε γαϊτάνια γύρω γύρω. Το ζωνάρι ήταν λευκό υφαντό με κρόσσια, κρεμαστό στη μια πλευρά. Στο κεφάλι φορούσαν  μαύρες τραγιάσκες και  στα πόδια φορούσαν γουρουνοτσάρουχα ή λαστιχωτά  παπούτσια, τσαρούχια με φούντα  ενώ τα «καλά»  ήταν δερμάτινα.


Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

ΛΑΖΑΡΙΝΕΣ

ΓΙΟΡΤΗ ΛΑΖΑΡΟΥ – ΛΑΖΑΡΙΝΕΣ
ΛΑΖΑΡΙΑΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ  ΔΑΣΚΙΟΥ ΗΜΑΘΙΑΣ


Οι  γιορτές αυτές είναι προανάκρουσμα της Ανάστασης του Χριστού αλλά και της Φύσης. Είναι γιορτές της άνοιξης και του έρωτα και συμβολίζουν την γονιμότητα. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι το έθιμο του Λαζάρου έχει αρχαίες καταβολές και είναι συνέχεια των γιορτών των Αδωνίων (όπου οι γυναίκες αναπαριστούσαν την συνάντηση και αποχωρισμό της Αφροδίτης με τον εραστή της Άδωνη από τον κάτω Κόσμο). Είναι έθιμο που το συναντάμε σε Βαλκανικούς λαούς άλλα και στους Τσιγγάνους και Ινδιάνους της Αμερικής. Στο έθιμο του Λαζάρου σε όλη την Ελλάδα βλέπουμε να αναπαριστούν τον Λάζαρο ή με ομοίωμα ανθρώπου ή με καλαθάκι στολισμένο με λουλούδια ή με καλάμι σε σχήμα σταυρού ή με ένα κόπανο. Αλλού βγαίνουν άντρες μεγάλοι  σε ηλικία να λένε τα κάλαντα, αλλού παιδιά με χαντζάρια και κουδούνια να λένε επίσης τα κάλαντα και αλλού νεαρά κορίτσια οι λεγόμενες Λαζαρίνες να λένε τα κάλαντα  στα σπίτια και να χορεύουν.

Η γιορτή του Λαζάρου είναι συνδεδεμένη με την αγωνία της μεταθανάτιας ζωής. Δεν είναι τυχαία η εποχή που γίνεται αυτή η γιορτή αλλά και γενικότερα το Πάσχα. Είναι η εποχή της αναγέννησης της φύσης η οποία ξυπνάει από την χειμερία νάρκη. Ο Λάζαρος είναι μήνυμα αισιοδοξίας και ταυτόχρονα τονίζει την παντοτινή διάθεση του ανθρώπου για ζωή.

Επίσης έχουμε το έθιμο με τα «Λαζαράκια « ή «Λαζαρόνια». Πρόκειται για μικρά ψωμάκια πλασμένα σε σχήμα ανθρώπου που έφτιαχναν οι νοικοκυρές την γιορτή αυτή. Mέσα στην ζύμη έβαζαν μέλι ή καρύδια ή σταφίδες ή ότι άλλο έβγαζε ο κάθε τόπος. Το έθιμο λέει ότι όποιος δεν πλάσει Λαζαράκια δεν θα χορτάσει ψωμί. Σε μερικά μέρη οι αρραβωνιασμένες κοπέλες έφτιαχναν Λαζαράκια σε μεγάλο μέγεθος  και αφού τα γέμιζαν με φρούτα και καρπούς τα έστελναν στον μέλλοντα σύζυγό τους.

Η Λαογραφία εντάσσει τα  Λαζαριάτικα κάλαντα στους αρχαίους αγερμούς  ή αγυρμούς (Αγερμός ή αγυρμός, από το  ρήμα αγείρω, σημαίνει συνάθροιση, συγκέντρωση χρημάτων  για την υπηρεσία ων θεών ή γενικά συνάθροιση, συγκέντρωση, αποθησαύριση) από τους οποίους έμειναν και τα χελιδονίσματα όπως είπαμε σε προηγούμενο σημείωμά μας, δηλαδή κάλαντα για το καλωσόρισμα των χελιδονιών.

Το Σάββατο του Λαζάρου, το έχει περιβάλει ο λαός μας με όμορφα έθιμα. Ένα από αυτά είναι τα Κάλαντα του Λαζάρου. Τα κάλαντα αυτά, τραγουδούν μόνο κορίτσια, οι λεγόμενες Λαζαρίνες. Από την προηγούμενη έχουν μαζέψει λουλούδια και με αυτά έχουν στολίσει καλαθάκια. Με αυτά τα καλαθάκια γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και λένε τραγούδια. Οι νοικοκυραίοι τις κερνούν φρούτα, διάφορα φαγώσιμα ή χρήματα.


Οι Λαζαρίνες λοιπόν  ήταν έθιμο αρχαιοελληνικό που, όπως είπαμε σχετίζεται με την αναγέννηση της φύσης και την ανανέωση της ζωής, αργότερα περιεβλήθη  από τους ανθρώπους με τον χριστιανικό μανδύα και οι Λαζαρίνες φέρεται να είναι οι αδελφές του Λαζάρου. Στους χρόνους της Τουρκοκρατίας συμβόλιζε την ελπίδα του σκλαβωμένου Ελληνικού  γένους για την απελευθέρωση.


Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΝΤΥΣΙΜΟ ΤΗΣ ΜΠΟΥΛΑΣ

Γράφει ο Χρήστος Ζάλιος
Εκπ/κός συγγραφέας


Λίγα στοιχεία για το έθιμο Μπούλες

Οι Μπούλες είναι παλαιότατο αποκριάτικο έθιμο της Νάουσας. Δύσκολα μπορούμε σήμερα να βρούμε τις ρίζες του, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα από τα έθιμά μας. Όμως όλα τα στοιχεία του μας οδηγούν σε παλαιούς χρόνους.

Τα κυριότερα στοιχεία του εθίμου που μας μεταφέρονται από μία πολύ αυστηρή προφορική παράδοση είναι:

•    Η συγκρότη¬ση του μπουλουκιού, που προϋποθέτει την αυστηρή αποδοχή και τήρηση ορισμένων κανόνων τέλεσης του εθίμου για συμμετοχή σ' αυτό.
•    Το φύλο των τελεστών είναι μόνο νέοι άνδρες
•    Τη γυναικεία μορφή (νύφη-μπούλα) την υποδύεται πάντα άνδρας.
•    Η ένδυση, η μεταμφίεση και η συμπεριφορά των τελεστών διέπονται από πατροπαράδοτους κανόνες.
•    Τα μουσικά όργανα, οι χοροί, το δρομολόγιο, είναι προκαθορισμένα από το τελετουργικό, που ακολουθείται αναλλοίωτο στο πέρασμα των χρόνων.

Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και πιθανότατα έχει σχέση με τελετές φυλετικής μύησης όπως η τελετή ενηλικίωσης κατά την οποία ο νέος, ντυμένος με γυναικεία ρούχα και οδηγούμενος από ανύπανδρους άντρες της φυλής, θα μυηθεί με τη σειρά του στα μυστικά της, θα αποβάλλει τη γυναικεία ενδυμασία και θα μεταμορφωθεί σε άνδρας. Σήμερα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στη μακραίωνη ιστορία του το έθιμο μεταπλάθει και παράλληλα ενσωματώνει στα επί μέρους στοιχεία του, την τοπική παράδοση, τους μύθους, τους θρύλους, τα τραγούδια και τους ηρωικούς αγώνες της Νάουσας.
Η συγκρότηση του μπουλουκιού που θα βγει στο έθιμο, αρχίζει βέβαια πολύ πριν από την Αποκριά. Τα άτομα που θα αποτελέσουν το μπουλούκι ορίζουν τον αρχηγό τους, εξασφαλίζουν τα όργανα, ψάχνουν για τις φορεσιές και τα ασημικά.

Το ντύσιμο





Οι παλιές Μπούλες δανείζουν πάντα στους νεότερους τις φορεσιές τους και τους βοηθούν στο ντύσιμο.
Το Σάββατο βράδυ, παραμονή της Αποκριάς, άρχιζε το ντύσιμο των τελεστών του εθίμου που διαρκούσε όλη τη νύχτα και ήταν πολύ κουραστικό.
Τα ασήμια ράβονταν πάνω στη στολή ένα-ένα από μοδίστρες ή τις γυναίκες του σπιτιού. (σήμερα χάριν συντομίας τα ασήμια είναι όλα ραμμένα πάνω σε ένα γιλέκο που φοριέται σαν θώρακας).
Όταν τελείωνε το ντύσιμο, ερχόταν ειδικός τεχνίτης που έδενε στο κεφάλι του νέου το ταράμπουλο με την προσωπίδα. (σήμερα χάριν συντομίας το ταράμπουλο και ο πρόσωπος είναι έτοιμα δεμένα και φοριούνται πολύ εύκολα).
Ο νέος, ντυμένος από το βράδυ παλιότερα και από νωρίς το πρωί σήμερα, είναι έτοιμος.
Από μακριά ακούγονται το νταούλι με το ζουρνά που καλούν στο μάζεμα του μπουλουκιού.


Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

ΚΑΠΕΤΑΝΑΡΑΙΟΙ ΒΕΡΟΙΑΣ - ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Γράφει ο Γιάννης Τσιαμήτρος
Εκπ/τικός – χοροδιδάσκαλος

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΛΑΟΣ Βέροιας στις 14.02.2009

Οι Αποκριές και το  Καρναβάλι ήταν ένα ξέσπασμα και ξεκούρασμα των ανθρώπων,  με ερωτική και σεξουαλική ελευθεριότητα, για να έρθει η Σαρακοστή με την σωματική συντήρηση και την πνευματική περισυλλογή μέχρι το Πάσχα. Ονομάστηκαν Αποκριές, επειδή τη περίοδο αυτή, συνηθίζεται να μην τρώνε κρέας οι Χριστιανοί, δηλαδή «να απέχουν από κρέας».
Λέγεται  επίσης  της Τυροφάγου, γιατί την εβδομάδα αυτή τρώνε μόνο γαλακτοκομικά  για να προετοιμαστούν σιγά - σιγά για τη νηστεία της Σαρακοστής. Το Καρναβάλι που είναι  Ρωμαϊκή λέξη έχει την ίδια έννοια με τις  Αποκριές (αποχή από το κρέας) – Καρναβάλι (carno-is=κρέας valeo=απέχω). Όπως και στο Δωδεκαήμερο έτσι και στις Αποκριές (με τις μεταμφιέσεις, τους χορούς, τα σατιρικά τραγούδια, τα φαγοπότια, την θύμηση των νεκρών και το κάψιμο των κέδρων) επιζητείται η γονιμότητα, η βλάστηση, η καρποφορία και γενικά η μετάβαση από τον χειμώνα στην άνοιξη, συμβολισμός που υπήρχε και στις αρχαίες Διονυσιακές γιορτές.
  Όλοι συμφωνούν ότι τα έθιμα της Αποκριάς έχουν τις ρίζες τους βαθιά στην αρχαιότητα και σηματοδοτούν την μετάβαση από το χειμώνα στην άνοιξη, την αναγέννηση της φύσης. Μάλιστα, υπάρχουν πολλές ομοιότητες με τα “Σατουρνάλια”, μια από τις αρχαιότερες γιορτές προς τιμήν του Διονύσου, κατά την οποία οι πιστοί μεταμφιέζονταν, χόρευαν, τραγουδούσαν και κατανάλωναν άφθονη ποσότητα κρασιού προς τιμή της θεότητας και από τις αρχαιότερες «Διονυσιακές γιορτές» των Ελλήνων, όπου οι άνθρωποι μεταμφιέζονταν, χόρευαν, τραγουδούσαν πίνοντας κρασί και το κέφι έφτανε στο κατακόρυφο προς τιμή του Διόνυσου. Υπάρχουν ομοιότητες επίσης με τις παλιές «εθνικές»  γιορτές της Ρωμαϊκής εποχής (Κρόνια, Λουπερκάλια κλπ) όπου δέσποζαν το γλέντι, η ψυχαγωγία και το «μασκάρεμα».
Σήμερα, σε πολλές περιοχές της χώρας, αναβιώνουν έθιμα του παρελθόντος που σχετίζονται με τις Απόκριες, προσελκύοντας μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων και επισκεπτών, κυρίως όμως αποδεικνύοντας την ανάγκη του ανθρώπου να διασκεδάσει, απεκδυόμενος την εικόνα του και φορώντας έναν άλλο μανδύα.
Έτσι η γιορτή διατήρησε τα δύο βασικά σκέλη της : Το φαγοπότι και τη μεταμφίεση. Το καρναβάλι αποτελεί αφορμή για ξεφάντωμα και πειράγματα.  Η περίοδος της Αποκριάς θεωρείται κατεξοχήν περίοδος εκτόνωσης, μια περίοδος κατά την οποία ο άνθρωπος ξεφεύγει από την καθημερινότητά του και εξωτερικεύει τα πάθη του με τη βοήθεια της μεταμφίεσης.
Σημαντικές τελετές διεξάγονται την περίοδο της Αποκριάς στην Νάουσα  της Μακεδονίας με τις «Μπούλες», με τους «Γιανίτσαρους»« στα Λεχαινά Ηλείας στην Πελοπόννησο με τους «Καρνάβαλους» στο Σωχό Μακεδονίας, με τους «Μπαμπούγερους στο Φλάμπουρο Σερρών, με τα «Κετσέκια» στο Ποντισμένο Σερρών κλπ.
Μεγαλύτερα κέντρα καρναβαλίστικου ξεφαντώματος ήταν, όπως και σήμερα, η Πάτρα με το περιβόητο Πατρινό καρναβάλι, που έχει τις ρίζες του στις αρχές του 19ου αιώνα, η Ξάνθη, η Θήβα με τον περίφημο «βλάχικο γάμο» της.
Στη Θήβα γίνεται και σήμερα ο «βλάχικος γάμος» που αρχίζει από την Τσικνοπέμπτη και αποτελείται από το προξενιό, το γάμο δυο νέων και τελειώνει με την πορεία των προικιών της νύφης και το γλέντι των συμπεθέρων. Όλες αυτές οι διαδικασίες είναι γεμάτες από σατυρική αθυροστομία, κέφι, γλέντι και χορό. Στην Πάτρα γίνεται το μεγαλύτερο καρναβάλι της Ελλάδας με διάρκεια δύο μηνών και την τελευταία Κυριακή της αποκριάς γίνεται παρέλαση αρμάτων με επικεφαλής το ομοίωμα του θεού της αποκριάς του «Καρνάβαλου» και ακολουθία διάφορων άλλων έξυπνων μασκαρεμάτων, με τη συμμετοχή 40.000 καρναβαλιστών, και πλήθους επισκεπτών ενώ το κέφι δίνει και παίρνει.
   Στην περίοδο αυτή έχουμε σε όλη την Ελλάδα ποικιλόμορφα  παγανιστικά έθιμα  και δρώμενα (δραματικές παραστάσεις): Τα «εξ αμάξης» στην Αγιάσο Λέσβου, Τη «Δίκη του Αγά» στην Χίο,  τον «Γέρο και την Κορέλα» στην Σκύρο, Τα «Ζευγάρια» στην  Άνδρο, τον «Τρίφτη» στην Σάμο, την «Τσαμπούνα» στην Σάμο, Τα «Σκάλιθρα» στην Λέσβο, Τον «Πίρονα» στην Ζάκυνθο, Τα «Φεστίνια» στην Ζάκυνθο, Τα «φαλοφόρια», Ελασσόνα, Ρέθυμνο, Ολυμπος Καρπάθου,  Τον «Καλόγερο» στην Αγία Ελένη Σερρών και Μελίκη Ημαθίας, την  «Σοπάνικα»  στην Ξάνθη, «Πως το τρίβουν το πιπέρι» στον Τίρναβο, Το «Μπουράνι» στον Τίρναβο, Τον «Μπέη» σε Διδυμότειχο, Καστανιές, Πεντάλοφο, Ρίζια Ν. Έβρου, Τον «Καντή» στο Ρέθυμνο, Τα «Φαλλοτράγουδα» στην Κήρανθο Εύβοιας, Τα «Ερωτόπαθα» στην Σέριφο, Την «Καμήλα» στη Σίφνο, Τους «Καλόγερους»  στο Χωριό Άγιος Γεώργιος στα ανατολικά της Βιζύης  Ανατολικής Θράκης (έθιμο διαφορετικό από αυτό των Σερρών), Τον «Κούκερο ή χούχουτο»  στο Ευκάριο Θράκης, τον «Μπέη ή Κιομπέη» στους Ορτάκιους Αλεξανδρούπολης, τους  «Πιτεράδες» στο χωριό Κωστί Αλεξανδρούπολης  κλπ.
    Στην Κοζάνη γίνεται το έθιμο του φανού, κατά το οποίο φωτιές και υπαίθρια γλέντια στήνονται σε διάφορες γειτονιές της πόλης.  Οι “φανοί”, οι μασκαράδες που περιφέρονται σε όλη την πόλη, οι λαϊκοί οργανοπαίκτες και οι μπάντες στους δρόμους, το κρασί, τα “κιχιά” και τα κεράσματα σε όλους, η έντονη σκωπτική διάθεση και η καθολική συμμετοχή στα δρώμενα, είναι τα χαρακτηριστικά των αποκριάτικων ημερών. Σήμερα, τις ημέρες του καρναβαλιού η Κοζάνη αποδεσμεύεται από τα καθημερινά προσχήματα και επαναφέρει το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα για να εκφραστεί αυθεντικότερα και να ξεφαντώσει διονυσιακά. Το μεσημέρι της μεγάλης αποκριάς γίνεται παρέλαση αρμάτων και μεταμφιεσμένων ομάδων που εκπροσωπούν την κάθε γειτονιά.
Ακολουθεί βράβευση της πιο εντυπωσιακής συμμετοχής, από το Δήμο Κοζάνης, σε ειδική τελετή που γίνεται στο πάρκο του Αγίου Δημητρίου. Το βράδυ της μεγάλης αποκριάς σε κάθε γειτονιά ανάβουν οι “φανοί”, μεγάλες φωτιές γύρω από τις οποίες χορεύουν και τραγουδούν μικροί και μεγάλοι.  Το κρασί, τα “κιχιά”, τα κεράσματα για όλους, αλλά κυρίως το ιδιαίτερα “καυτό” περιεχόμενο των τραγουδιών που λέγονται “ξιανέντροπα” ή “νοικουκυρίσια”, αποτελούν εγγύηση άμυνας στο τσουχτερό κρύο που επικρατεί εκείνη την εποχή.
Δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε το  αποκριάτικο έθιμο της Νάουσας με τις «Μπούλες» όπου κυριολεκτικά τις ημέρες των Αποκριών η Νάουσα αποτελεί πόλο έλξης για όσους αναζητούν ένα πραγματικά παραδοσιακό καρναβάλι. Έχουν γραφτεί πάρα πολλά   για το καρναβάλι της Νάουσας  και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβουμε. Όμως αυτό που έχει μεγάλη σημασία  και  πρέπει να σημειώσουμε είναι να δώσουμε συγχαρητήρια στον κόσμο της Νάουσας  που κατάφερε  να διατηρήσει το καρναβάλι του γνήσια παραδοσιακό, χωρίς ξενικά πρότυπα, όπου  δεν γίνεται  απλή αναβίωση του εθίμου, αντιθέτως το έθιμο  συνεχίζεται αυθεντικό όπως τα παλιά χρόνια, πράγμα που δείχνει ότι οι άνθρωποι αυτοί αγαπούν και σέβονται τον τόπο τους.
 

ΚΑΠΕΤΑΝΑΡΑΙΟΙ ΒΕΡΟΙΑΣ

 Στην Βέροια το καρναβάλι ήταν επίσης εντυπωσιακό, όμως στις αρχές της 10ετίας του ‘60  ατόνησε εξαιτίας ενός  θανάτου κάποιου πλούσιου Εβραίου πιθανόν από καρναβαλιστές   κατά την περίοδο της Αποκριάς. Από τότε έγιναν κάποιες προσπάθειες αναβίωσης του καρναβαλιού  από μέρους του Δήμου της Βέροιας, πιστεύουμε με λάθος προσανατολισμό (ξενικά  και μοντέρνα πρότυπα) με επιτυχία αλλά χωρίς διάρκεια. 
Αυτό που ήταν σημαντικό την περίοδο της Αποκριάς στην Βέροια ήταν  το έθιμο των «Καπεταναραίων»   το οποίο αναβιώνει  τα σημερινά χρόνια ο «Λαογραφικός Σύλλογος  Βλάχων Βέροιας» και το οποίο είχε ανθήσει πολύ στα χρόνια του μεσοπολέμου. Το έθιμο τελούνταν από ντόπιους Βεροιωτάδες και από Βλαχόφωνους  Έλληνες της Βέροιας.  Τo μπουλούκι των Βλάχων ήταν το πιο εντυπωσιακό. Το έθιμο είχε πολλές ομοιότητες με τις Μπούλες της Νάουσας. Στον 19ο αιώνα οι καπεταναραίοι της Βέροιας είχαν και μάσκες, όμως μετά την απελευθέρωση το 1912 δεν φορούσαν μάσκες.
Από τον Αϊ Δημήτρη οι νεαροί άντρες της Βέροιας (καλοί χορευτές) προετοιμάζονταν από μόνοι τους  με δικά τους χρήματα και χωρίς την παρέμβαση κάποιου συλλόγου ή του Δήμου. Συγκεντρώνονταν η ομάδα και ιδιαίτερα οι βλάχοι έλεγαν «τσε βα σφουτσιέμ  λα Παριάσινι; = τι θα κάνουμε τις Αποκριές;». Ετοίμαζαν τις φορεσιές τους με μεγάλη προσοχή και φροντίδα. Ήταν το μόνο μέλημα τους και περιμένανε πως και πως  τις Αποκριές. Μάζευαν  πολλά ασήμια, σιρίτια, στολίδια, κιουτσέκια (διπλές, τριπλές ασημένιες αλυσίδες) για να τα βάλουν στο στήθος. Την Κυριακή της Αποκριάς  τα μπουλούκια  αφού ντύνονταν με ευλάβεια στα σπίτια τους συναντιόντουσαν στην πλατεία Ωρολογίου μετά το σχόλασμα της εκκλησίας και αρχίζανε τις πατινάδες στους μαχαλάδες της πόλης όπου χόρευαν σε κάθε μαχαλά ο καθένας τον δικό του χορό με την σειρά.
Στους μαχαλάδες έκαναν συνήθως το εξής έθιμο: Δύο τσολιάδες πάλευαν με τα σπαθιά και σε κάποια στιγμή ο ένας έπεφτε κάτω προσποιούμενος τον νεκρό.  Οι μουσικοί έπαιζαν έναν πένθιμο σκοπό. Έρχονταν ο άλλος από επάνω και έκανε αναπαράσταση γδαρσίματος  αρνιού χρησιμοποιώντας μια τριχιά (σχοινί) σαν να έβγαζε τα έντερα του «νεκρού». Σε κάποια στιγμή ο πεθαμένος ζωντάνευε (στοιχείο νεκρανάστασης) και συνεχίζονταν  ο χορός. Το βράδυ  το γλέντι συνεχίζονταν σε καφενείο μέχρι τις  πρωινές ώρες, κοιμόντουσαν λίγο μαζί με την φορεσιά και την Καθαρά Δευτέρα έκαναν το ίδιο πράγμα και στο τέλος κατέληγαν στην  τοποθεσία Ελιά όπου σερβίρονταν και ο παραδοσιακός Βεροιώτικος φασουλοταβάς. Οι οργανοπαίχτες  ήταν από τη Νάουσα και την Έδεσσα (χάλκινα όργανα).
Το μπουλούκι αποτελούνταν από  φουστανελοφόρους, βοσκοπούλες και μάγκες και όλοι τους  ήταν άντρες. Δεν υπήρχαν γυναίκες στο μπουλούκι. Οι φουστανελοφόροι  φορούσαν τσαρούχια με φούντα, καλτσοδέτες, μάλλινες μεγάλες  άσπρες κάλτσες ή  άσπρα χολέβια (τσουάριτς), πουκαμίσα (καμάσια) με πολλες δίπλες στο μπροστινό μέρος, άσπρο ψιλό καλοδουλεμένο τσιπούνι, από μέσα είχαν μάλλινη φανέλα (κατασάρκο) με κεντήματα στα μανίκια, γιλέκο (τσαμαντάνι), μαντήλι στο λαιμό και φυσικά είχαν τα ασημικά στο στήθος.  Οι άλλοι μισοί άντρες ήταν μεταμφιεσμένοι σε βοσκοπούλες και οι «μάγκες» (συνήθως δύο) φορούσαν Αρβανίτικη φορεσιά (φυσικλίκια, πιστόλια, μαύρη ζίβρα = σαλβάρι, μαύρο πουκάμισο και μαύρο γιλέκο, μαύρο καπέλο στο κεφάλι με ψεύτικα μεγάλα μαλλιά για να είναι αγριωποί). Αυτοί φύλαγαν το μπουλούκι με καμτσίκια (ένας μπροστά κι ένας από πίσω). Είχαν κι έναν καπετάνιο ως αρχηγό.
Οι χοροί που χορεύονταν ήταν η Πατρώνα,  τα Τσάμικα (το Καραϊσούφ, τα Σάλωνα, τα Μαγια, ένα ξεχασμένο τώρα Μπεράτικο τσάμικο), Μπεράτικα, Συρτά, το Καραπατάκι, η Γκάιντα, Χασαπιές, η Ζαχαρούλα και άλλα. Ο καθένας είχε το χορό του. Ήταν καταπληκτικοί χορευτές και εντυπωσίαζαν με την χορευτική τους δεινότητα. Το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού του πρωτοχορευτή ήταν εμφανές και απαράμιλλο. Σπουδαίοι χορευτές Καπεταναραίοι  στον μεσοπόλεμο  ήταν ο Γιάννης Κοτρώνης (Τσιαμήτρος), ο Τάκης Κυρίτσης, ο Γιώργης Αράβας, ο Μόκανος, ο Αρίστος Ζαρογιάννης, ο Περικλούσιος Δημούλας, ο Τάκης Πατσιαβούρας, ο Νίκος Βουρδούνης  και άλλοι πολλοί.
(Για το έθιμο των Καπεταναραίων  Βέροιας πληροφοριοδότης μας είναι Ο 89χρονος Κώστας Τσιαμήτρος (Ψωμάς) ο οποίος  συμμετείχε ενεργά στο έθιμο στον μεσοπόλεμο και ήταν σπουδαίος χορευτής).


Τετάρτη 19 Μαΐου 2010

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΧΟΡΟΓΡΑΦΙΕΣ

Ζάλιος Χρήστος, «Παραδοσιακοί χοροί και χορογραφίες», περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 129, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2009.


Όλοι έχουμε γίνει τα τελευταία χρόνια μάρτυρες μιας απίστευτης παραγωγής τοπικών χορών. Βλέπουμε όχι μόνο περιοχές, αλλά και μεμονωμένα χωριά να έχουν αποκτήσει ένα αξιόλογο τοπικό χορευτικό ρεπερτόριο! Παραλλαγές των χορών ως προς τη μουσική ή τα βήματα βαφτίζονται με ευκολία ξεχωριστοί χοροί και έτσι κάθε περιοχή μας προβάλει μέσω των πολιτιστικών της συλλόγων ένα πλούσιο χορευτικό ρεπερτόριο. Ακόμη παρατηρείται το φαινόμενο ένας χορός που παρουσιάζεται στις παραστά-σεις κάποιου συλλόγου, να έχει ελάχιστη ή και καμία σχέση με το πώς χορεύεται από τους κατοίκους της περιοχής. Σε κάποιες δε περιπτώσεις να είναι εντελώς άγνωστος στους κατοίκους με τη μορφή που παρουσιάζεται.
Το άρθρο μου αυτό είναι μια πρόσκληση και πρόκληση προς τους χοροδιδασκάλους και τους ερευνητές της παράδοσης σε κάθε ελληνική γωνιά, να υποδείξουν για τον τόπο τους, ποιες είναι οι χορογραφίες σε κάθε χορό που αλλοιώνουν εντελώς τα βήματα και το ύφος του. Πιστεύω ότι ευχής έργο θα ήταν αυτή την υπόθεση να την πάρουν στα χέρια τους κάποιοι φορείς όπως τα ΤΕΦΑΑ των πανεπιστημίων μας ή το Λύκειο Ελληνίδων, το οποίο με τα παραρτήματα που διαθέτει σε όλη την Ελλάδα, θα μπορούσε να κάνει μια έρευνα και να επηρεάσει προς τη σωστή κατεύθυνση. Ακόμη καλύτερα εάν συνέπρατταν σε μια τέτοια προσπάθεια περισσότεροι φορείς. Στοχεύοντας προς αυτή την κατεύθυνση θα πρότεινα να είναι το θέμα ενός συνεδρίου από αυτά που διοργανώνει το θέατρο «Δόρα Στράτου» ή και η ΔΟΛΤ.

Διαβάζοντας στο περιοδικό Χορεύω τη συνέντευξη του Λ. Δρανδάκη, ενός από τους πιο καταξιωμένους ανθρώπους στο χώρο του ελληνικού παραδοσιακού χορού, μου έκανε εντύπωση το σημείο όπου κάνοντας την αυτοκριτική του παραδέχτηκε κάποιες κινητικές επεμβάσεις σε παραδοσιακούς χορούς. Στη συνέντευξη που έδωσε ο Λευτέρης Δρανδάκης στη Β. Γιαννακοπούλου στο περιοδικό Χορεύω, τ. 4, Ιούλιος-Αύγουστος 2009, σελ. 11-12, αναφέρονται τα εξής :
Στην ερώτηση : Μετά από όλες αυτές τις καταγραφές, τις δικές σας ή και τρίτων, και τη μετάδοση των πληροφοριών στα αστικά χορευτικά συγκροτήματα, θεωρείτε ότι έχουν γίνει λάθη με αποτέλεσμα να περάσουν στη συνείδηση του κόσμου λανθασμένες πληροφορίες; Εσείς προσωπικά έχετε κάνει λάθη;
Απαντά : Ουδείς αναμάρτητος... Ποιος είναι εκείνος που θα δηλώσει το αλάνθαστο; Και Βέβαια έχω κάνει λάθη. Και κινησιολογικά. Νομίζω ότι αυτό συνέβαινε επειδή εμείς οι παλαιοί δεν είχαμε τα μέσα της καλής και φθηνής αποτύπωσης κι έπρεπε να καταγράψουμε κυρίως στο μυαλό μας την κίνηση και τις παραλλαγές και έτσι κάποια πράγματα μας ξεφεύγανε. Όταν επέστρεφα στην Αθήνα και έδειχνα για παράδειγμα το τρίτε πάτε, είχα τη λαχτάρα να δείξω τι έκανα στο ταξίδι μου και τι καινούργιο έφερνα αλλά συνάμα και την αμφιβολία. Εκεί πιθανόν να έκανα λάθη, αλλά όχι φοβερά, κυρίως σε θέσεις και άρσεις.
Και στη σελίδα 12 του περιοδικού σε μια δόση ειλικρίνειας και παραδοχής της πραγματικότητας αναφέρει ο κ. Δρανδάκης :
Υπάρχουν βέβαια και οι περιπτώσεις των εσκεμμένων «λαθών» από προσθήκες σε χορούς. Αυτά «μυρίζουν» ότι είναι «λάθη» και προέρχονται από δασκάλους οι οποίοι είναι πολύ επιπόλαιοι και, προσπαθώντας να κάνουν κάτι πιο εντυπωσιακό οδηγούν τις ομάδες σε λάθος επιλογές. Να τολμάμε να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους! Άλλο είναι να κάνεις διευθέτηση των χορευτών σου στο χώρο (χορογραφία) όταν κάνεις μια παράσταση και άλλο είναι να αλλοιώσεις μελωδίες, ρυθμούς ή να εφεύρεις κινητικά μοτίβα κλ.π. Εγώ έχω χορογραφήσει με την έννοια των σχημάτων και μόνο.

Σίγουρα η παραδοχή αυτή από ένα καταξιωμένο άνθρωπο του χορού είναι θετική. Όπως παραδέχονται σήμερα και άλλοι χοροδιδάσκαλοι, από τη δεκαετία του ΄70 και μετά, όταν άρχισαν να πληθαίνουν οι πολιτιστικοί σύλλογοι στην Ελλάδα και να δημιουργούν χορευτικά τμήματα, η ανάγκη προβολής της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, τους έκανε να στραφούν στις παραστάσεις που δίνονταν σε φεστιβάλ χορού στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Την πρώτη αυτή περίοδο της παρουσίας των πολιτιστικών συλλόγων με τα χορευτικά τους τμήματα, πολλοί χοροδιδάσκαλοι θέλοντας να εντυπωσιάσουν, δημιούργησαν χορογραφίες άλλοτε με μικρές επεμβάσεις, παραλλάσσοντας ανώδυνα τα βήματα κάποιων χορών και άλλοτε με εντυπωσιακές χορευτικές φιγούρες που ήταν ξένες προς τη χορευτική παράδοση του τόπου τους. Κάποιες φιγούρες ίσως και να κατασκευάστηκαν μέσα στην ΕΑΣΑ ή και στα ΤΕΦΑΑ. Για παράδειγμα : ο λεγόμενος 3ος αντικριστός, μια μελωδία χωρίς όνομα ή με όνομα που δεν το ήξεραν και το βάφτισαν έτσι. Η χορογραφία του είναι σίγουρα εντυπωσιακή και πολύ όμορφη και έχει χορευτεί για πολλά χρόνια από τα Λύκεια Ελληνίδων και από άλλα χορευτικά της πατρίδας μας, ας μας πει όμως κάποιος ερευνητής ή χοροδι-δάσκαλος από την περιοχή που υποτίθεται ότι είναι αυτός ο χορός εάν έχει χορευτεί ποτέ μ’ αυτόν τον τρόπο σε κάποιο πανηγύρι ή γλέντι της περιοχής του.
Το ίδιο θα έλεγα και για το χορό Παρτάλω. Η χορογραφία με τις τρεις φιγούρες που μάθαμε στο ΤΕΦΑΑ της Θεσσαλονίκης στις αρχές της δεκαετίας του 1980, νομίζω ότι δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με το πώς χορεύεται ο χορός αυτός στην περιοχή του.
Όσον αφορά το κεντρικό Λύκειο των Ελληνίδων, δημιούργησε σουίτες χορών τις οποίες χρησιμοποιούσαν τα περισσότερα παραρτήματά του σε όλη την Ελλάδα, τουλάχιστον μέχρι το 1990. Από το '90 και δω και κυρίως από το '95 η πλειοψηφία των παραρτημάτων αρχίζει και τις καταργεί.
Πολύ περισσότερα συμπεράσματα θα βγάλουμε εάν διαβάσουμε τα Πρακτικά της 5ης Συνάντησης Προέδρων, Εφόρων και Δασκάλων χορού των Λυκείων Ελληνί-δων, που έγινε στην Αθήνα το 2000.


Από το κεντρικό Λύκειο των Ελληνίδων δόθηκε προς τα παραρτήματα ένα ερωτηματολόγιο για το ενεργό χορευτικό ρεπερτόριο, με στόχο να διαπιστωθεί πόσες από τις σουίτες χορών που δημιούργησε το Κεντρικό Λύκειο χρησιμοποιούνται ακόμα.

Διαβάζουμε λοιπόν στα πρακτικά :
Αυτό το ερωτηματολόγιο ξεκίνησε - το λέμε με κάθε ειλικρίνεια - για να δούμε τελικά, πόσα από τα Λύκεια στην περιφέρεια επηρεάστηκαν από αυτή την περίοδο της δημιουρ-γίας των σουιτών και για πόσα χρόνια. Με βάση λοιπόν τα ερωτηματολόγια που ήρθαν συμπληρωμένα, από όσους δασκάλους απάντησαν, η εικόνα είναι η εξής :
Φαίνεται ότι οι χορογραφημένες σουίτες του Κεντρικού Λυκείου εντάσσονται στο ρεπερτόριο των περισσοτέρων παραρτημάτων. Μόνο ένα παράρτημα μας είπε, ότι δεν έχουν μπει σουίτες ολόκληρες αλλά μονάχα μεμονωμένοι χοροί απ' αυτούς που είχαμε στο ερωτηματολόγιο. Οι σουίτες μπήκαν όχι μόνο στα παραρτήματα που δούλεψαν δάσκαλοι που είχαν μια θητεία στο Κεντρικό, είτε σαν μέλη της χορευτικής ομάδας, είτε σαν δάσκαλοι, αλλά και σε άλλα παραρτήματα, όπου οι δάσκαλοι τους προέρχονται και από άλλους χώρους. Σε πάρα πολλά παραρτήματα χρησιμοποιήθηκαν μεμονωμένοι χοροί με τη χορογραφία τους.
Πρώτες σουίτες σε προτίμηση είναι:
«Τσουράπια-Τραμπανιστός-Συρτός Ορεινής», μετά «Αρβανιτόβλαχα-Σβαρνιάρα-Καγκέλι», «Καστρινός-Τσέστος-Τριπάτι-Μπαϊντούσκα», ακόμα «Κονίτσης-Φυσσούνι-Μπεράτι» και «Γιάννη μου, Γιαννάκη μου-Ιερισσού-Σφαρλής».

Επειδή όμως ο σκοπός που έγραψα αυτό το άρθρο δεν είναι απλώς να κατακρίνω όσα αναγνωρίζονται ως λάθη που έγιναν τις περασμένες δεκαετίες, αλλά να συμβάλω στη διόρθωση των κακώς κείμενων, θα σας δώσω πληροφορίες που αφορούν χορογραφίες χορών στην περιοχή μας.
Όταν στη δεκαετία 1970 ξεκίνησαν χορευτικές παραστάσεις από τους συλλόγους μας (Μπούλες) φάνηκε ότι το τοπικό χορευτικό ρεπερτόριο ήταν σχετικά μικρό και υπήρχε ανάγκη εμπλουτισμού του. Όπως όμως ξέρουμε όλοι, ο χορός είναι άμεσα συνδεδεμένος με τη φορεσιά της κάθε περιοχής πχ. δε μπορούμε να χορέψουμε θρα-κιώτικα με τη στολή της Αλεξάνδρειας και νησιώτικα με τη φουστανέλα! Έγινε λοιπόν πιστεύω προσπάθεια από κάποιους, να χορευτούν χοροί οι οποίοι θα χορεύονταν με την τοπική φορεσιά χωρίς όμως να πούμε ότι είναι και από άλλη περιοχή. Αυτό συνέβη στη Νάουσα με τη Μπαϊτούσκα. Για αρκετά χρόνια τα παιδιά μας σε ορισμένους συλλόγους της πόλης (βλ. Μπούλες) χόρευαν μια Μπαϊτούσκα που χορευόταν μόνο στη Νάουσα γιατί φυσικά ήταν χορογραφία φτιαγμένη στη Νάουσα. Ακόμη και σήμερα παιδιά που μεγάλωσαν χορεύοντας αυτή τη Μπαϊτούσκα τη θεωρούν τοπικό μας χορό «είναι πιστεύουν η Μπαϊτούσκα όπως χορεύεται στη Νάουσα». Έλα όμως που η Μπαϊτούσκα δε ανήκει σ’ αυτό που θα ορίζαμε ως χορευτικό ρεπερτόριο της Νάουσας αλλά ούτε και των χωριών της!


Τοπικοί χοροί της Νάουσας και χορογραφίες

Ας δούμε όμως τους χορούς που χορεύονται στη Νάουσα και οι οποίοι θεωρώ ότι δεν ανήκουν στο ρεπερτόριο των παραδοσιακών χορών της, αλλά ούτε και της ευρύτερης περιοχής τουλάχιστον με τη μορφή που χορεύονται από κάποιους χορευτικούς ομίλους.
Από το βιβλίο μου «Παραδοσιακοί χοροί ήθη και έθιμα της Νάουσας» όπου αναφέρονται και αναλύονται μουσικοκινητικά όλοι οι χοροί που θεωρούνται τοπικοί, απουσιάζουν εσκεμμένα οι παρακάτω χοροί :

• Μπάϊ Αποστόλη
• Μπαϊτούσκα (Νάουσας)
• Ζάϊκο

Ας τους δούμε όμως έναν - έναν

Μπαϊτούσκα : Είναι χορός που χορογραφήθηκε στη Νάουσα στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Χορεύτηκε κυρίως από κάποιους συλλόγους της πόλης μας σε χορευτικές παραστάσεις εντός και εκτός της Νάουσας.
Στη μορφή που παρουσιάστηκε, χορεύεται σε ρυθμό 5/16 και αποτελείται από 13 κινήσεις με στροφή (360ο ) προς τα δεξιά, στο 11-12.
Τα τελευταία χρόνια έχει εγκαταλειφθεί και από τους χορευτικούς συλλόγους οι οποίοι έχοντας πλέον την ευχέρεια να έχουν παραδοσιακές φορεσιές της Θράκης, χορεύουν στις παραστάσεις τους τη θρακιώτικη Μπαϊτούσκα.
Ακόμη και σήμερα όμως κάποιοι θεωρούν ότι χορεύουν τη δική μας Μπαϊτούσκα!

Μπάϊ Αποστόλη : Είναι μια μελωδία σε ρυθμό 2/4 των χωριών του κάμπου της Νάουσας, όπου χορευόταν και χορεύεται στα 6 βήματα της αργής γκάιντας.
Στη Νάουσα έχει γίνει χορογραφία που χορεύεται από τις Μπούλες όχι φυσικά μέσα στο ρεπερτόριο του εθίμου, αλλά στο γλέντι που γίνεται στα Αλώνια και στις παραστάσεις που δίνουν οι σύλλογοι κάθε χρόνο εντός και εκτός Ναούσης. Η χορογραφία έγινε πιθανότατα στις αρχές της δεκαετίας του ΄70. Ο χορός αποτελείται από τρεις φιγούρες στο πρώτο μέρος που είναι αργό και οι οποίες επαναλαμβάνονται στο δεύτερο μέρος που είναι πιο γρήγορο. Το όνομα του χορού Μπαϊ Αποστόλης από επιτόπια έρευνα που έχω κάνει στα χωριά, φαίνεται ότι οφείλεται στο τραγούδι (στην τοπική ντόπια διάλεκτο) που συνοδεύει το χορό και το οποίο αναφέρεται στον Βοεβόδα (κομιτατζή) Αποστόλ Πετκώφ ή Μποεμίτση, από τη Μποέμιτσα (Αξιούπολη) του Κιλκίς.
Η μελωδία σίγουρα προϋπάρχει του τραγουδιού, γιατί πάνω στην ίδια μελωδία βρίσκουμε τρία τουλάχιστον τραγούδια που αναφέρονται σε οπλαρχηγούς του Μακεδονικού Αγώνα. Όπως θα δείτε παρακάτω το περιεχόμενο των τραγουδιών είναι το ίδιο και στην ουσία αλλάζει μόνο το όνομα του καπετάνιου ή του βοεβόδα (βλ. Αποστόλης). Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι το τραγούδι αναφέρεται στο βοεβόδα Αποστόλη ή Αποστόλ Πετκώφ ο οποίος καταγόταν από τη Μποέμιτσα (Αξιούπολη) του Κιλκίς. Σύμφωνα με τον Paillares : ήταν βοσκός που δολοφόνησε κάποιον και κα-τάφυγε στη Βουλγαρία. Εκεί συναντήθηκε με 2-3 κακοποιούς και επέστρεψε στα βουνά του Καζά του όπου επιδόθηκε σε παράνομα έργα. Τότε ήταν 24 χρονών. Το κρησφύγετο του ήταν στην Κουρπαλιού. Στα μέσα του 1905 ο Αποστόλης πήγε στη Βουλγαρία όπου τον ονόμασαν Μεγάλο Άντρα και Άτρωτο Ήρωα. Λυρικά τραγούδια υμνούσαν τη δόξα του και την αξία του. Εκεί έφτιαξε ένα επίλεκτο σώμα, ξαναπέρασε τα σύνορα και πήγε σ’ ένα από τα κύρια καταλύματά του, στη λίμνη του Άρσεν (Αρσενίου) απέναντι από τη Γευγελή. Η παρουσία του έγινε γνωστή στο χωριό Σμόλη (Μικρού δάσους). Οι κάτοικοι των γύρω χωριών που είχαν ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί του έκαναν απόσπασμα και του επιτέθηκαν. Ο ίδιος έπεσε μέσα στο Βαρδάρη και σώθηκε. Αλλά από ότι λένε έπαθε γάγγραινα από τα τραύματά του και πέθανε στο δάσος της Κρώμνης. Το 1904 στο απόγειο της δύναμης του, κρατούσε στα χέρια του 80 χωριά. Από τη Μπογδάντσα και τη λίμνη Αρσενίου ως την πεδιάδα των Γιαννιτσών.


 Καταγραφή στην ευρωπαϊκή σημειογραφία Χρήστος Ζάλιος


Τα λόγια του τραγουδιού και η ελεύθερη απόδοση από το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα των χωριών του κάμπου της Νάουσας

Μπάϊ Ποστόλη.

Ντέκα κι όντες για μπρε μπάϊ-Ποστόλη
τι ντέκα κι όντες βόϊ νοκνο βρέμε

Ντέκα κι α γιο στάβις τβόϊτα στάρα μάϊκα
Ιάσκα νέμαμ μάϊκα. τσιούμτι μι τα μάϊκα
Μόϊατα μάϊκα στάρα μι πλανίνα


Ντέκα κι οστάβις τβόϊτα μλάντα ζένα
Ιάσκα νέμαμ ζένα, τσιούμτι μι τα ζένα
μόϊατα ζένα τένκα μαλινχέρα.

Ντέκα κι οστάβις για μπρε μπάϊ-Ποστόλη
ντέκα κι οστάβις τβόϊτε ντρόμπνι ντέτσα
Ιάσκα νέμαμ ντέτσα, τσιούμτι μι τι ντέτσα
μόϊτι ντρόμπνι ντέτσα,ντρόμπνι μι φυτσιέτι.

Ελεύθερη απόδοση του τραγουδιού

Πού θα πας βρε Μπάϊ Ποστόλη;
Πού θα πας με τέτοιο άσχημο καιρό;

Πού θα αφήσεις τη γριά σου μάνα;
Εγώ δεν έχω μάνα τι να την κάνω τη μάνα;
Η δική μου μάνα, το γέρικο βουνό

Πού θα αφήσεις τη νέα γυναίκα σου;
Εγώ δεν έχω γυναίκα τι να την κάνω τη γυναίκα;
Η δική μου γυναίκα είναι το λεπτό μάλινχερ (όπλο)

Πού θα αφήσεις βρε Μπάϊ Ποστόλη;
Πού θα αφήσεις τα μικρά σου παιδιά;
Εγώ δεν έχω παιδιά, τι να τα κάνω τα παιδιά;
Δικά μου μικρά παιδιά είναι τα μικρά μου φυσίγγια


Με την ίδια μελωδία τραγουδιέται και το τραγούδι του Βάνη που πιθανόν να αναφέρεται στον Γιοβάνη Τίτκα που ήταν ντόπιος μακεδονομάχος από τα Βοδενά. Ήταν οπλαρχηγός που πιθανόν πολεμούσε μαζί με τον καπετάν Ακρίτα (Μαζαράκη), τον καπετάν Κότα (Κλείτο) και τον Κότα Σαμαρά.

Βάνε λε Βάνε

Βάνε λε Βάνε, Βάνε να μάϊκα
ντέκα κι σι οστάβις Βάνε, τβόϊτε ντρόμπνι ντέτσα
Ιάς νέμαμ ντέτσα μόϊτι ντέτσα,
μόϊτι ντέτσα ζιέλτι μι πατρούσκι.

Βάνε λε Βάνε, Βάνε να μάϊκα
ντέκα κι σι οστάβις Βάνε, τβόϊτα μλάντα ζένα
Ιάς νέμαμ ζένα μόϊατα ζένα,
μόϊατα ζένα τένκα μαλινχέρα.

Βάνε λε Βάνε, Βάνε να μάϊκα
ντέκα κι σι οστάβεις Βάνε
τβόϊτα στάρα μάϊκα
Ιάς νέμαμ μάϊκα,μόϊατα μάϊκα,
στάρα μι πλανίνα, πούλνα μι ουμπούλκα.

Βάνε λε Βάνε, Βάνε να μάϊκα
ντέκα κι σι οστάβις Βάνε, τβόϊτο στάρο τάτκο
Ιάς νέμαμ τάτκο, μόϊοτο τάτκο
σιρόκο πόλε ντουρ γιο Μπιτόλε.

Ελεύθερη απόδοση του τραγουδιού

Βάνη αχ Βάνη, Βάνη μάνα μου
Πού θα αφήσεις τα μικρά σου παιδιά;
Εγώ δεν έχω παιδιά, τα δικά μου παιδιά,
είναι οι σφαίρες μου

Βάνη αχ Βάνη, Βάνη μάνα μου
Πού θα αφήσεις τη νέα γυναίκα σου;
Εγώ δεν έχω γυναίκα
Γυναίκα μου είναι το λεπτό μάλινχερ

Βάνη αχ Βάνη, Βάνη μάνα μου
Πού θα αφήσεις Βάνη
τη γριά μάνα σου;
Εγώ δεν έχω μάνα μάνα μου είναι
το γέρικο βουνό γεμάτο με μήλα

Βάνη αχ Βάνη, Βάνη μάνα μου
Πού θα αφήσεις το γέρο πατέρα σου;
Εγώ δεν έχω πατέρα, πατέρας μου είναι
ο φαρδύς κάμπος μέχρι τα Μπιτόλια


Με την ίδια μελωδία τραγουδιέται και το τραγούδι του Παύλου Μελά

Παύλε καπεντάντσε

Παύλε μπρε Παύλε Παύλε καπεντάντσε
Ντέκα κι ουστάβες τφόιτο στάρο τάτκο
Ιάς νέμαμ τάτκο τσ(ου)μτε μίτο τάτκο
Μόιοτο τάτκο σάρο κι μι πόλε

Παύλε μπρε Παύλε Παύλε καπεντάντσε
Ντέκα κι ουστάβες τφόιτο στάρα μάϊκα
Ιάς νέμαμ μάικα τσ(ου)μτε μίτα μάϊκα
Μόια τα μάϊκα στάρα μι πλανίνα

Παύλε μπρε Παύλε Παύλε καπεντάντσε
Ντέκα κι ουστάβες τφόιτα μλάντα ζένα
Ιας νέμαμ ζένα τσ(ου)μτε μίτα ζένα
Μόιατα ζένα τένκα μαλινχέρα

Παύλε μπρε Παύλε Παύλε καπεντάντσε
Ντέκα κι ουστάβες τφόιτε ντρόμπνε ντέτσα
Ιας νέμαμ ντέτσα τσ(ου)μτε στα τι ντέτσα
Μόιτι ντέτσα ντρόμπνε μι πατρούνε

Ελεύθερη απόδοση του τραγουδιού

Παύλε βρε Παύλε Παύλε καπετάνιε
Πού θα αφήσεις το γέρο πατέρα σου;
Εγώ δεν έχω πατέρα τι τον θέλω τον πατέρα;
Πατέρας μου είναι ο ανοιχτός κάμπος

Παύλε βρε Παύλε Παύλε καπετάνιε
Πού θα αφήσεις τη γριά σου την μάνα;
Εγώ δεν έχω μάνα τι την θέλω τη μάνα;
Η δικιά μου η μάνα είναι το γέρικο βουνό

Παύλε βρε Παύλε Παύλε καπετάνιε
Πού θα αφήσεις τη νέα γυναίκα σου;
Εγώ δεν έχω γυναίκα, τι τη θέλω τη γυναίκα;
Η δική μου γυναίκα είναι το λεπτό μάλινχερ (όπλο)

Παύλε βρε Παύλε, Παύλε καπετάνιε
Πού θα αφήσεις τα μικρά παιδιά σου;
Εγώ δεν έχω παιδιά, τι τα θέλω τα παιδιά;
Δικά μου μικρά παιδιά είναι τα μικρά μου φυσίγγια



Ζάϊκο ή Κομίτιν σε ρυθμό 2/4

Μελωδία σε 2/4 που χορεύεται και χορευόταν ως χασαποσέρβικο κυρίως στα χωριά της Φλώρινας και της Αριδαίας. Ο χορός είναι γνωστός στους χοροδιδάσκαλους ως Ζάϊκο Επισκοπής. Το παράδοξο είναι ότι στην Επισκοπή δεν τον θεωρούν τοπικό τους χορό και φυσικά εάν το χορέψουν, το χορεύουν ως χασαποσέρβικο και όχι με τη μορφή που χορογραφήθηκε από κάποιους στη Νάουσα.
Ο Δημήτρης Ιωάννου στο ένθετο του CD «Μακεδονικές μουσικές ρίζες» που κυκλοφόρησε από τον Π.Λ.Ο. Αριδαίας «ΑΚΡΙΤΕΣ ΑΛΜΩΠΙΑΣ» αναφέρει για το Ζάϊκο :

«Ζάϊκο ή Κομίτιν (το) (Κομιτατζίδικο) : Χορός ανδρικός που διαδόθηκε την περίοδο του Μακεδονικού αγώνα. Το «Κομιτατζής» αρχικά δε σήμαινε κατ' ανάγκη Βουλγαρίζων. Το «Κομιτατζής» την εποχή αυτή σημαίνει Παρτιζάνος-κλέφτης αναρχικός.
Είναι χορός πολεμιστών, που χόρευαν με τα όπλα ζωσμένα στην πλάτη και κατά τη διάρκεια του χορού εκπυρσοκροτούσαν. Η χορευτική αγωγή του χορού θυμίζει βουλγάρικες τεχνικές και κινήσεις. Τον συναντούμε σε πολλά χωριά να χορεύεται σαν Ράμνα»

Η προσωπική μου άποψη είναι ότι στη Νάουσα έχει γίνει χορογραφία του Ζάϊκο, που χορεύεται μόνο εδώ από κάποιους χορευτικούς ομίλους.

Θα ήθελα να κάνω και μια αναφορά στο «χορό» Σούδα. Είναι αργός συρτός που χορεύεται όλο εμπρός σε 6 βήματα όπως ακριβώς και ο Μουσταμπέϊκος.
Το όνομα Σούδα δόθηκε αυθαίρετα στο τραγούδι «Απ’ τον Παπαράντο ως τον Αη Λιά και κάποιοι τον αναφέρουν ως ξεχωριστό χορό. Εάν θέλουμε να ονομάσουμε τον απλό συρτό (το Μουσταμπέϊκο) με την τοπική ονομασία Σούδα, τότε το τραγούδι με το οποίο θα τον χορεύουμε είναι αυτό του Σανιδά το οποίο από το ρεφρέν θα μπορούσε να ονομαστεί και Σούδα. Παραθέτω το τραγούδι :

Του Σανιδά ή Σούδα

Του μάθατι τι γίνηκι στου Σανιδά του γάμου
λέλε Σούδα μου,
στου Σανιδά του γάμου μπουλιουτούδα μου.

Ήταν νουνός Σαλουνικιός να διατάζει εις τουν γάμου
λέλε Σούδα μου,
να διατάζει εις τουν γάμου μπουλιουτούδα μου.

Κι του νουνό τουν ίλιγαν στου όνουμα Αναστάση
λέλε Σούδα μου,
στου όνουμα Αναστάση μπουλιουτούδα μου.

Κι ου νουνός διάταξιν του μπάλου να χουρέψουν
λέλε Σούδα μου,
του μπάλου να χουρέψουν μπουλιουτούδα μου.

Την άδειά σου Γιώργη μου να χουρέψου μι τη Σούδα
λέλε Σούδα μου,
να χουρέψου μι τη Σούδα μπουλιουτούδα μου.

Κι η Σούδα χόρεψε μι τουν Αναστάση μπάλου
λέλε Σούδα μου,
μι τουν Αναστάση μπάλου μπουλιουτούδα μου.

Δε φταίγουν μάνα τα πιδιά δε φταίγι ου Αδάμους
λέλε Σούδα μου,
δε φταίγι ου Αδάμους μπουλιουτούδα μου.

Μον φταίγει ου πατέρας μου που μι πάει εις του γάμου
λέλε Σούδα μου,
που μι πάει εις του γάμου μπουλιουτούδα μου.

Εντελώς αυθαίρετα, ως χορός Σούδα, παρουσιάστηκε ο χορός από τις Μπούλες σε ντοκιμαντέρ της ελληνικής τηλεόρασης το 1988, χορεύοντας το τραγούδι «12 χρόνια στο στρατό στη Λάρ΄σα και στο Δομοκό» με τα βήματα του απλού συρτού που προανέφερα.


Συμπεράσματα – προτάσεις :

• Υπάρχει ανάγκη να γίνει εμπεριστατωμένη έρευνα σε ευρύτερη κλίμακα ώστε να αποβληθεί κάθε ξένο σώμα από τη λαϊκή μας παράδοση. Διαφορετικά εάν χρησιμοποιούμε στις παραστάσεις μας χορογραφημένους χορούς και σουίτες χορών, να γίνεται σαφής αναφορά στο τι ακριβώς αντιπροσωπεύουν, ώστε να μην παρερμηνεύονται από τους νέους μας.
• Να μη χορεύονται ως παραδοσιακοί χοροί της περιοχής μας, τουλάχιστον με την μορφή που παρουσιάζονται έως τώρα, οι χοροί : Μπάϊ Ποστόλη, Μπαϊτούσκα και Ζάϊκο.
• Εάν θέλουμε να χορεύουμε στη Νάουσα τη Σούδα ως ξεχωριστό χορό, (πράγμα περιττό γιατί έχουμε τον Μουσταμπέϊκο που χορεύεται ακριβώς με τα ίδια βήματα), τότε να τη χορεύουμε με τη σωστή μελωδία που είναι από το τραγούδι «Του Σανιδά ή Σούδα» γιατί από αυτό παίρνει το όνομά του ως χορός και όχι με το τραγούδι «Απ’ τον Παπαράντο ως τον Αϊ Λιά».

Τα τραγούδια (Μπάϊ Ποστόλη – Βάνε λε Βάνε – Παύλε καπεντάντσε) προέκυψαν από επιτόπια έρευνα του Χρήστου Ζάλιου στα χωριά του κάμπου της Νάουσας.


Βιβλιογραφία

1. Paillares, M., H Μακεδονική θύελλα. Tα πύρινα χρόνια 1903-1907, (επιμ. K. Bακαλόπουλος), Aθήνα, Tροχαλία, 1994.
2. Βακαλόπουλου Κ., Ιστορία του βόρειου ελληνισμού ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, εκδ. αδφ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992. (στη σελ.462 αναφορά στο βοεβόδα Αποστόλ Πετκώφ).
3. Ένθετο από το CD «Μακεδονικές μουσικές ρίζες», επιμ. Δημήτρη Ιωάννου, εκδ. Π.Λ.Ο Αριδαίας «ΑΚΡΙΤΕΣ ΑΛΜΩΠΙΑΣ».
4. Ζάλιος Χρήστος, Παραδοσιακοί χοροί ήθη και έθιμα της Νάουσας, Νάουσα 2009.
5. Λύκειον των Ελληνίδων, Πρακτικά 5ης Συνάντησης Προέδρων, Εφόρων και Δασκάλων χορού. Το χορευτικό ρεπερτόριο του Λυκείου, Αθήνα 2000.
6. Συνέντευξη του Λευτέρη Δρανδάκη στη Β. Γιαννακοπούλου : στο περιοδικό Χορεύω τεύχος 4, Ιούλιος-Αύγουστος 2009. σελ.11-12
7. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, ΝΕΩΤΕΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ από 1881 ως 1913, Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΔ΄ , σελ.249,251.