Χρησιμοποιείστε το Mozilla Firefox και το Google Chrome για καλύτερη ανάγνωση του Ιστολογίου

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

ΓΚΑΙΝΤΑ ΠΙΕΡΙΩΝ




Στο σημερινό μας σημείωμα θα αναφερθούμε στην γκάιντα των Πιερίων, ένα πανάρχαιο όργανο που τείνει να εκλείψει. Οι σημερινοί γκαϊντατζήδες στα Ημαθιώτικα Πιέρια μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού και είμαστε όλοι υπεύθυνοι (ιδιαίτερα οι πολιτιστικοί και πολιτικοί φορείς της Βέροιας αλλά και του δήμου Μακεδονίδος) για την επικείμενη εξαφάνιση αυτού του οργάνου. Κρούω τον κώδωνα του κινδύνου πριν είναι τελείως αργά.


Η γκάιντα Πιερίων είναι ένας τύπος  άσκαυλου (αρχαία ονομασία) και ανήκει στα αερόφωνα όργανα. Φτιάχνεται συνήθως από αυτόν που την παίζει. Είναι συνήθως μεγάλου μεγέθους και αποτελείται από το ασκί, το επιστόμιο και δύο αυλούς (κοντό και μεγάλο). Η γκάιντα των Πιερίων είναι συνήθως μεγαλύτερη από όλες τις γκάιντες της ηπειρωτικής Ελλάδας και ασφαλώς πολύ μεγαλύτερη από την  νησιώτικη τσαμπούνα.

Το ασκί που το λένε τομάρι φτιάχνεται ως εξής : Χρησιμοποιείται συνήθως δέρμα γίδας και σπάνια προβάτου. Το δέρμα πρέπει να είναι ολόκληρο και όχι σχισμένο. Το νωπό αυτό δέρμα δέχεται μια  ειδική επεξεργασία για να μη σαπίσει και για να είναι μαλακό και άσπρο περίπου όταν ξεραθεί. Νωπό όπως είναι, κι έπειτα από πρόχειρο πλύσιμο, το αλατίζουν, όχι το τριχωτό μέρος του δέρματος  αλλά το εσωτερικό, δηλαδή την επιφάνεια προς την σάρκα, αφού πρώτα ψαλιδίσουν το τριχωτό μέρος. Με το αλάτισμα το τομάρι «σφίγγει» και καθαρίζει από το λίπος Δεν πρέπει να κόψουν την τρίχα σίρριζα, αφήνουν 1 με 1,5εκ μήκος έτσι ώστε το κοντό μαλλί  να βοηθάει να μείνουν κλειστοί οι πόροι. Επίσης το κοντό μαλλί (χνούδι) συγκρατεί το χνότο και το σάλιο του γκαϊτατζή και διατηρεί το τομάρι μαλακό. Αφού τελειώσει η επεξεργασία δένουν  το επιστόμιο και τους δύο αυλούς προσεκτικά. Στο ένα πόδι δένεται το επιστόμιο (φυσητάρι) στο άλλο πόδι δένεται  ο μεγάλος αυλός (ζουρνάς) και στο λαιμό δένεται ο κοντός αυλός(φλογέρα). Ανάμεσα στους αυλούς και το τομάρι εφαρμόζονται κόκαλα. Αν δεν υπάρχουν κόκαλα τότε βάζουν ξύλο. Το επεξεργασμένο όμως κόκαλο είναι καλύτερο γιατί δεν φεύγει καθόλου αέρας.

Το είδος του ξύλου  από το οποίο φτιάχνονται τα προηγούμενα εξαρτήματα της γκάιντας  είναι το πυξάρι και συνήθως το βρίσκουν στην περιοχή Ελατοχωρίου και την περιοχή της Νάουσας. Με αυτό το ξύλο φτιάχνουν και τις γκλίτσες γιατί είναι όμορφο μετά  την επεξεργασία. Αφού κόβουν το ξύλο  το αφήνουν να ξεραθεί και μετά το τρυπάνε με τρυπάνι ή με «ματκά» (με αρίδα). Έπειτα το πελεκάνε με το σκεπάρνι και με τον ξυλοφάγο το κάνουν λιανό. Έτσι κάνουν την «φλογέρα» (κοντό αυλό), το «φυσητάρι» (επιστόμιο) και τον «ζουρνά» (μεγάλο αυλό).

Φλογέρα. Αφού κάνουν τα σχέδια με το μαχαίρι επάνω της και την γυαλίσουν με  γυαλόχαρτο  κάνουν τις τρύπες με το «τρυπτάρι» (ψιλό μαχαίρι). Οι τρύπες είναι  8 (7 μπροστά και 1 πίσω – ουδέτερη). Η πρώτη από πάνω είναι η μικρότερη στην οποία  σφηνώνουνε  στο άνοιγμά της  ένα σωληνάκι συνήθως από  φτερό  κότας («μουμούδι» το λένε). Η δεύτερη τρύπα είναι μεγαλύτερη η τρίτη είναι μικρότερη, η τέταρτη μεγαλύτερη, η πέμπτη μικρότερη και από την τρίτη, η έκτη και η έβδομη μεγαλύτερες. Στο κάτω μέρος της  μπαίνει επίσης κόκαλο από βουβάλι ή βόδι  το οποίο λέγεται «κλωτσοτάρι» και  είναι  λίγο «γυριστό».

Ο μικρός κυλινδρικός  σωλήνας που προσαρμόζεται στο πάνω μέρος της φλογέρας λέγεται «τσαμπούνα» και φτιάχνεται από καλάμι. Έχει γύρω στα 5 εκατοστά μήκος. Στην εξωτερική του επιφάνεια με  ένα μικρό μαχαιράκι γίνεται μια σχισμή και δημιουργείται ένα γλωσσίδι, «πεταλάκι» το λένε. Τότε ο γκαϊντατζής το δοκιμάζει και εάν βγάλει τη «φωνή» που θέλει  είναι εντάξει η τσαμπούνα. Μετά τυλίγεται η μια άκρη  της τσαμπούνας με κλωστή (ράμμα) και εφαρμόζει μέσα στη φλογέρα η οποία είναι πλέον έτοιμη να παίξει.

Το επιστόμιο «φυσητάρι» όπως το λένε είναι ένας κυλινδρικός σωλήνας από  ξύλο συνήθως από το οποίο φυσάει ο γκαϊντατζής και γεμίζει το τομάρι με αέρα και έχει μήκος από 15 εκατοστά. Η βαλβίδα που εμποδίζει να φύγει ο αέρας όταν ο γκαϊντατζής σταματάει να φυσάει λέγεται πετσάκι.



Ο ζουρνάς  είναι ένας μακρύς αυλός και συνήθως αποτελείται από τρία κομμάτια και έχει μήκος 75 εκατοστά περίπου. Είναι χωρίς τρύπες και  έχει και αυτό τσαμπούνα που φτιάχνεται όπως  και στην φλογέρα, προσαρμόζεται στο κομμάτι που είναι κοντά στο τομάρι και δίνει ένα μόνο φθόγγο (ίσο). Το εσωτερικό κυλινδρικό άνοιγμα του αυλού αυτού δεν είναι πάντα το ίδιο σε όλο το μήκος του. Στο τελευταίο κομμάτι είναι συχνά πιο ανοιχτό και σχηματίζει  χοάνη. Τα τρία κομμάτια λέγονται ζουρνόξυλα και εφαρμόζουν μεταξύ τους με τέχνη. Η μία άκρη  του ζουρνόξυλου λέγεται σαΐτα και προσαρμόζεται στην άκρη του άλλου ζουρνόξυλου το οποίο είναι επενδυμένο με κόκαλο ή χαλκό ή αλουμίνι έτσι ώστε να προστατευτεί  και να μην ραγίσει με την πολλή χρήση.
Επισημαίνουμε ότι τα «κόκαλα» είναι δεμένα καλά στο τομάρι και πάνω σε αυτά προσαρμόζονται ο ζουρνάς το φυσητάρι και η φλογέρα. Είναι από κέρατο βοδιού ή βουβαλιού  που τα κόβουνε με πριόνι τα βράζουνε  σε δυνατή φωτιά για να μαλακώσουν φωτιά, τα περνούν σε ξύλινα καλούπια, που έχουν τις ίδιες διαστάσεις με τα εξαρτήματα της γκάιντας και τα σφυροκοπούν για να πάρουν το τελικό τους σχήμα. Έτοιμα πια τα σφηνώνουν στα άκρα των εξαρτημάτων-αφού προηγουμένως ανοίξουν τις κατάλληλες εσοχές-και τα λιμάρουν για να έρθει το κόκαλο ευθεία με το ξύλο. Τα κόκαλα αυτά προφυλάγουν τα ξύλινα εξαρτήματα από το ράγισμα δεν φεύγει καθόλου αέρας και παράλληλα στολίζουν την γκάιντα. Παλιότερα  για την διακόσμηση  τους  χρησιμοποιούσαν   σχέδια με γεωμετρικά σχήματα και παραστάσεις από το φυσικό ή ζωικό κόσμο.

Τέλος ο γκαϊντατζής έχει πάντα λίγο κερί που το κολλάει στο πίσω μέρος του κόκαλου της φλογέρας σε περίπτωση ανάγκης (εάν ραγίσει κανένα ξύλο ή να βουλώσει καμμιά τρύπα  για να «στρώσει» η «φωνή» όπως λένε).

Πως παίζεται η γκάιντα

Ο ζουρνάς κρατιέται συνήθως κάτω από τη μασχάλη ή το αφήνουν να πέσει πάνω στον ώμο ή στο μπράτσο ή σπάνια το αφήνουν να κρέμεται.  Ο καλός γκαϊντατζής παίρνει αναπνοή με το διάφραγμα και όχι με το στήθος γι’ αυτό μπορεί και φυσάει πολλές ώρες χωρίς να κουράζεται. Η πίεση του αέρα στα γλωσσίδια γίνεται με το φύσημα από το επιστόμιο και με το σφίξιμο του τομαριού που κάνει ο γκαϊντατζής με το αριστερό μπράτσο του. Όταν αυτός σταματάει προσωρινά το φύσημα, για να μη ελαττωθεί η πίεση του αέρα πιέζει περισσότερο το τομάρι με το αριστερό του μπράτσο, και την πίεση αυτή την χαλαρώνει μόλις αρχίσει πάλι να φυσάει. Χάρη στην ισόρροπη αυτή πίεση-φύσημα από το επιστόμιο και σφίξιμο του τομαριού με το μπράτσο - ο παίκτης της γκάιντας κατορθώνει να κρατάει σταθερή την πίεση του αέρα στα γλωσσίδια και μαζί σταθερό το ύψος των φθόγγων που δίνει η γκάιντα του.

Τις τρύπες  της φλογέρας ο γκαϊντατζής τις κλείνει με όλο το δάκτυλο και όχι με την ψίχα το δακτύλου. Ο ζουρνάς  δεν έχει τρύπες όπως είπαμε και δίνει μόνο ένα φθόγγο που «ταιριάζεται» πάντα με τον φθόγγο που χρησιμοποιείται ως τονική στον αυλό της μελωδίας. Έτσι  στο παίξιμο συνοδεύει διαρκώς τη μελωδία με το φθόγγο της τονικής, μια οκτάβα συνήθως χαμηλότερα. Κρατάει δηλαδή ένα ίσο. Από τις αρχαιότερες όπως ξέρουμε μορφές της πολυφωνίας.

Το παίξιμο της γκάιντας όπως άλλωστε και κάθε μονοφωνικού μελωδικού οργάνου, χαρακτηρίζεται από τα στολίδια με τα οποία ο γκαϊντατζής καλλωπίζει τη μελωδία. Στην γκάιντα τα στολίδια αυτά είναι κυρίως οι γρήγορες μικρές νότες - οι αποντζούρες της δυτικής μουσικής - και το τσάκισμα της φωνής - το mordente όπου μια νότα της μελωδίας επαναλαμβάνεται γρήγορα αφού προηγηθεί η αμέσως υψηλότερη ή χαμηλότερη σ’αυτήν νότα.

Οι 7+1 τρύπες της γκάιντας δίνουν τα διαστήματα της φυσικής διατονικής κλίμακας. Η τονική της κλίμακας είναι συνήθως η τέταρτη τρύπα, από κάτω, με υποτονική (την προηγούμενη τρύπα) σε διάστημα τόνου από την τονική. Το ύψος της τονικής εξαρτάται, κυρίως από το μέγεθος που έχει η φλογέρα και το γλωσσίδι της. Οι  γκαϊντατζήδες με την εμπειρία τους κανονίζουν την γκάιντα  και παίζουν μόνο όταν έρθει στο «ντουζένι» όπως λένε. Η γκάιντα παίζεται μόνη της. Παίζεται και με άλλα όργανα (νταούλι, τουμπελέκι ή και ντέφι).

Πηγές : Παραδοσιακός Γκαϊντατζής  Θανάσης Γριάτσιανος από το Δάσκιο.
Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα  Φοίβου Ανωγειανάκη, Εκδοτικός οίκος «Μέλισσα» 1991.




Γιάννης Τσιαμήτρος
εκπ/κός χοροδιδάσκαλος