Χρησιμοποιείστε το Mozilla Firefox και το Google Chrome για καλύτερη ανάγνωση του Ιστολογίου

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΝΑΟΥΣΑΣ


Όλες οι πληροφορίες για τις παραδοσιακές φορεσιές της Νάουσας προέρχονται από το βιβλίο του Χρήστου Ζάλιου «Παραδοσιακοί χοροί ήθη και έθιμα της Νάουσας».

Η κατασκευή της παραδοσιακής φορεσιάς προσδιορίζεται :

α) Από τη χρήση της, σε καθημερινή, γιορτινή και νυφική

β) Από την ηλικία του ανθρώπου, κόρη, νύφη, νιόπαντρη, παντρεμένη χρόνια, ηλικιωμένη για τις γυναίκες και αντίστοιχα για τους άνδρες

γ) Από την κοινωνική τάξη. Η μορφή της φορεσιάς είναι ο καθρέφτης του ανθρώπου που τη φορεί.

Η Αγγελική Χατζημιχάλη στην έρευνά της για τις παραδοσιακές φορεσιές, χωρίζει τις γυναικείες φορεσιές σε τρεις βασικές κατηγορίες 

1. Οι φορεσιές με το σιγκούνι 
2. Οι φορεσιές με το καβάδι 
3. Οι φορεσιές με το φουστάνι.

Και τις αντρικές φορεσιές σε δύο
1. Η φουστανέλα
2. Η βράκα.

Η γυναικεία φορεσιά της Νάουσας

 Φωτ. 1 Νυφική φορεσιά Νάουσας

Η παραδοσιακή γυναικεία ναουσαίϊκη φορεσιά ανήκει στις αστικές φορεσιές της Μακεδονίας του 18ου-19ου αιώνα και αποτελείται από πολλά κομμάτια και εξαρτή­ματα. Παρουσιάζει σημαντικές διαφορές ανάλογα με την ηλικία, την οικονομική και την κοινωνική κατάσταση και ξεχωρίζει ως προς την ποιότητα των υφασμάτων και τον πλούτο των κεντημάτων της.



Οι κόρες έπαιρναν ως προίκα, όλο τον αναγκαίο ρουχισμό για κάθε περίσταση και ηλικία. Όχι μόνο οι νύφες της πρώτης κοινωνικής τάξης, οι πλούσιες, αλλά και οι πιο φτωχές προικίζονταν με ρούχα και σκεπάσματα που αρκούσαν για να περάσουν όλη τους τη ζωή και περίσσευαν αφόρετα για να τα δώσουν προίκα στις κόρες τους.

Φωτ. 2 Νυφική φορεσιά Νάουσας

Η γυναικεία φορεσιά στοίχιζε μια ολόκληρη περιουσία και γι’ αυτό τα φορέματα λόγω της μεγάλης τους αξίας συνυπολογίζονταν στο τίμημα της προίκας. Για να προικίσουν την κό­ρη ή την αδερφή τους οι Ναουσαίοι, ήταν απαραίτητο να εργαστούν σκληρά για πολλά χρόνια. Όλα τα ρούχα στη γυναικεία φορεσιά τα έραβαν και τα κεντούσαν μόνο άνδρες ράφτες. Οι ίδιοι έκαναν και τα χρυσά κεντήματα στα φουστάνια, τους επενδύτες και τα κεφαλοκαλύμματα.

Οικογένεια Ναουσαίων το 1907

Η φορεσιά αποτελείται από τα εξής μέρη:

Το πουκάμισο, το νυφικό, που ήταν μεταξωτό κισμιρένιο, υφαινό­ταν στον αργαλειό και ο διάκοσμός του, γινό­ταν με χρυσό κέντημα και μπιμπίλα.

Το φουστάνι, είναι το βασικό κομμάτι της τοπικής γυναικείας φορε­σιάς. Είναι κοντόμεσο, με εφαρμοστό μπούστο και φαρδιά φούστα, με καλοσιδερωμένες πιέτες.
Αποτελείται από δυο τμήματα: τον κορμό, εφαρμοστά ραμμένο, και τη φούστα αρκετά φαρδιά με σούφρες (πτυχές), που διαμορφώνονται σε πιέτες. Ο κορμός μπροστά έχει λαιμόκοψη, η οποία καταλήγει σε ημικύκλιο άνοιγμα, τη σκάλα.

Το νυφικό φουστάνι φοριέται και ως επίσημο. Είναι μονόχρωμο σε απαλούς χρωματισμούς και χρυσοκέντητο.
Το δεύτερο, φουστάνι είναι μεταξωτό κλαδωτό, σε πιο έντονα χρώματα και με λι­γότερο χρυσό κέντημα. Το τρίτο φουστάνι, είναι μεταξωτό με χρυσά, και το τέ­ταρτο, είναι πάντα μάλλινο, με χάρτζια.

Ζευγάρι νεονύμφων το 1905

Η τραχηλιά, έχει ορθο­γώνιο σχήμα και ένα κατακόρυφο άνοιγμα στο κέντρο τη χωρίζει σε δυο ίσα μέρη. Ιδι­αίτερο γνώρισμα της τραχηλιάς είναι το πλούσιο χρυσό κέντημα και η δαντέλα, με τους πολλούς και περίτεχνους συνδυασμούς.

Το μαφέσι, είναι ένα μεταξωτό τετράγωνο ύφασμα που το δίπλω­ναν σχηματίζοντας ένα λεπτό ζωνάρι. Μπαίνει πάνω από την τραχηλιά, πε­ρίπου στο κέντρο της σκάλας του φορέμα­τος.

Ναουσαία με κοντογούνι

Το κατασάρκι, είναι φανέλα χωρίς μανίκια, άσπρη βαμβακομάλλινη, υφαντή στον λίτο, που φορούσαν οι Ναουσαίες για εσώρουχο, χειμώνα - καλοκαίρι.

Τα έτερα, είναι γυναικεία βρακιά που κατασκευάζονταν από χασέ ή υφαντό άσπρο πανί.

Τα μανικάκια, αποτελούν συμπλήρωμα της γυναικείας φορεσιάς, είναι κισμιρένια και φοριούνταν κάτω από τα μανί­κια του φορέματος.

Ναουσαίες το 1896

Το μαντιλάκι, επίσης είναι ένα πρόσθετο διακοσμητικό στολίδι. Είναι μεταξωτό και το έβαζαν οι παντρεμένες Ναουσαίες μπρο­στά, στο ζωνάρι της ποδιάς τους.

Το λιμπαντί, είναι το πιο απλό και απαραίτητο επανωφόρι που φορούσαν πάνω από το φουστάνι ολόκληρο τον χρόνο. Είναι κοντή, εφαρμοστή, μανικωτή ζακέτα.

Η σαλταμάρκα, είναι το νυφικό πανωφόρι. Ραβόταν όπως και το λιμπαντί, τα κεντήματά της όμως γί­νονταν μόνο με χρυσόνημα. Το ύφασμα που χρησιμοποιούσαν ήταν ρούχο μαύρο και σπάνια βελού­δο. Η σαλταμάρκα φοριόταν όπως και το λιμπαντί, χειμώνα καλοκαίρι.

Το μακρυλέμπαντο, είναι χειμωνιάτικο πανωφόρι που είναι ελαφρύ και πιο κοντό από το φουστάνι.

Νιόπαντρες Ναουσαίες το 1909

Η σκουρτέλα, είναι βαρύ χει­μωνιάτικο ρουχένιο επανωφόρι, με φαρδιά χρυσαφί ή μπεζ γούνα στα μπροστινά φύλλα της.

Το κοντογούνι, είναι ένας γούνινος στρογγυλευμένος γιακάς σε χρυσαφί χρώμα, ραμμένος σε γι­λέκο από φόδρα, που το φορούσαν κάτω από το λιμπαντί ή τη σαλταμάρκα, την άνοιξη, το φθινόπωρο και τον χει­μώνα.

Ζευγάρι Ναουσαίων  το 1917

Ποδιά-ζώστρα-ζωνάρι

Οι ποδιές που φοριούνταν στη ναουσαίικη φορεσιά ανάλογα με την ηλικία και την περίσταση είναι:
  1. η νυφική ποδιά, που γινόταν από άριστο μεταξωτό ύφασμα, πάντα όμοιο με το φόρεμα, κεντημένη ολόγυρα με χρυσογάϊτανα.
  2. Η δεύτερη πο­διά που είναι μεταξωτή εμπριμέ.
  3. Η τρίτη και η τέταρτη, που φοριούνταν με τα ανά­λογα μεταξωτά ή μάλλινα φουστάνια και απλές ποδιές χωρίς κέντημα, για τα καθημερινά φουστάνια.

Η ζώστρα, είναι ένα πολύ μεγάλο τετράγωνο μαντίλι, στολισμένο, συνή­θως μεταξωτό, μάλλινο ή λαχουρένιο, το οποίο, διπλωμένο στα δύο σε τρίγωνο, πε­ριβάλλει τη μέση και τους γοφούς και δένεται αριστερά με κόμπο.

Τα ζωνάρια, είναι υφαντά, μεταξωτά, δίμιτα, υφασμένα στον αργαλειό ή μεταξωτά αγορασμένα. Το μάκρος τους ήταν συνήθως δύο μέτρα και στο τελείωμά τους είχαν κρόσσια, με καφασωτό δέσιμο.

Το κεφαλοκάλυμμα, είναι ένα από τα βασικά εξαρτήματα της ναουσαίικης γυναικείας φορεσιάς. Η Ναουσαία για πρώτη φορά στον γάμο της έβαζε φούντα (παλιότερη επο­χή) ή τιπιλούκι (αρχές του αιώνα μας). Είναι δώρο που το έκανε πάντα ο γαμπρός.

Η φούντα, αποτελείται από κόκκινο φέσι, που πάνω του τοποθετείται μικρό στρογ­γυλό χρυσοκέντημα, ο τεπές, και ολόγυρα έχει πυκνά χρυσά κρόσσια. Άξιο προσοχής είναι το μακεδονικό εξάχτινο ή οκτάχτινο αστέρι που είναι κεντημένο στον τεπέ του ναουσαίικου κεφαλοκαλύμματος.

Ζευγάρι Ναουσαίων το 1913

Το φιτόσι, ήταν φτιαγμένο από μαύρο ή κόκκινο φέσι, καλυμμένο ολόκληρο με πυκνό στρώμα από μαύ­ρο φλος μετάξι. Στο κάτω τμήμα του έδεναν σκουρόχρωμο ή μαύρο μπόγο. Το φορούσαν όσες πενθούσαν και οι ηλικιωμένες στο καλό τους ντύσιμο.

Η τσίπα, είναι βαμβακερό ή μεταξωτό τετράγωνο μαντήλι που οι γυναίκες το έδεναν στο κεφάλι καθημερινά.

Οι κάλτσες, που έφταναν ως το μισό της γάμπας, ήταν μάλλινες ή βαμβα­κερές. Τις έπλεκαν οι γυναίκες και σχημάτιζαν κορδόνι για να δένουν στο γόνατο.

Παπούτσια, έξω από το σπίτι φορούσαν στιβάλια, είδος κοντής δερμάτινης μπό­τας, που είτε κούμπωνε μπροστά με φόλες είτε ήταν δετή με κορδόνια.
Για τις δουλειές του σπιτιού έβαζαν ξύλινες παντόφλες, τις γκαλέτζες.

Φωτ.3. Σαλταμάρκα
 Φωτ.4. Μακρολέμπαντο
Φωτ.5. Κορμός φουστανιού νύφης
Φωτ.6.   Κορμός φουστανιού νύφης


Η αντρική φορεσιά της Νάουσας

Η αντρική φορεσιά της Νάουσας, διακρίνεται σε δύο τύ­πους, τη φορεσιά με αντερί και τη φορεσιά με σαλβάρια. Όλα είναι υφασμένα από τις γυναίκες στον σπιτικό αργαλειό.
Οι ονομασίες των διαφόρων τμημάτων της φορεσιάς των Ελλήνων της προεπαναστατικής εποχής ήταν τουρκικές : καφτάνι, αντερί, σαλβάρι, πουτούκι (είδος σαλβαριού σα μακρύ παντελόνι), τζουμπές (μακρύ πανωφόρι), ντουλαμάς (εξωτερικό ένδυμα των αρχόντων) κλπ.


Φορεσιά με αντερί

Φωτ.7. Φορεσιά με αντερί

Αποτελείται από :

Το πουκάμισο, που ανάλογα με τη χρήση του διαφέρει και η ποιότητά του. Για τον γαμπρό είναι κισμιρένιο, το καλό είναι άσπρο μπαμπακομέταξο σε ύφανση ούγια, για κάθε μέρα είναι πανίτικο (βαμβακερό αγοραστό ύφασμα ) και για τη δουλειά αλατζένιο (βαμβακερό ύφασμα στον αργαλειό) γαλάζιο, ριγέ ή καρό. Όλα τα πουκάμισα είναι ραμμένα κατά τον ίδιο τρόπο. Έχουν κοντό όρθιο για­κά, μακριά ίσια μανίκια και το μάκρος τους φθάνει μέχρι το μέσο του μηρού.

Το αντερί, είδος ανοικτού έως κά­τω μακρυμάνικου ενδύματος. Τα δύο μπροστινά του φύλλα σταυρώνουν και έχει μακριά μανίκια, Η μό­νη του διακόσμηση είναι οι κάθετες φαρδιές ή στενές ρίγες (λόντρες) και το γαϊτάνωμα με μπιρσίμι, ολόγυρα στο τελείωμα και τις ραφές.

Το τζιουμπέ, χειμωνιάτικο μακρύ επανωφόρι από μαύρο ή μπλε ρούχο, που το φορούσαν πάνω από το αντερί.

Το σουλτούκο, είναι είδος επενδύτη, ραμμένο από μαύρο ή μπλε ρούχο (τσόχα άριστης ποιότητας) και τα πιο πρόχειρα από σαϊάκι (μάλλινο ύφασμα που έχει υποστεί επεξεργασία σε νετοτριβή). Ο γιακάς του είναι με πέτα και στολίζεται με βελούδο. Το μάκρος του φθάνει το μέσον του ποδιού, κάτω από το γόνατο.

Το γιλέκι, είναι γιλέκο χωρίς μα­νίκια, που κουμπώνει κάθετα μπροστά, με μικρά κουμπάκια και φοριέται κάτω από το αντερί.

Το ζουνάρι, που ζώ­νει στη μέση: Τα καλά ζωνάρια εί­ναι ριγωτά μεταξωτά, στενά και έχουν κρόσσια. Τα καθημερινά είναι μαύρα, υφαντά στον αργαλειό με λεπτό μαλλί και είναι αρκετά φαρδιά, χωρίς κρόσ­σια.


Φορεσιά με σαλβάρια

Φωτ.8. Φορεσιά με σαλβάρι

Σ' αυτόν τον τύπο της αντρικής φορεσιάς, η οποία επικράτησε περισσότερο μέχρι τις αρχές του 20ού αι., το πουκάμισο, το σουλτούκο, το μιντάνι, το γιλέκι, το ζουνάρι και το λουρί, είναι όμοια με αυτά της αντρικής φορεσιάς με αντερί.

Σαλβάρι, είδος παντελονιού, που είναι φαρδύ στο πάνω μέρος που φτάνει και σφίγγει αμέσως κάτω από το γόνατο. Στη μέση στερεώνεται με βρακοζούνα ή κορδόνι περασμένο σε βρακοθηλιά, η οποία συνή­θως έχει χρώμα βυσσινί. Τα καλά σαλβάρια είναι ραμμένα από μαύρο ή μπλε ρούχο και τα καθημερινά από μαύρο σαϊάκι.

Το γιλέκι, είναι σταυρωτό. Τα καλά ράβονται με ρούχο μαύρο ή μπλε και τα κα­θημερινά με σαϊάκι.

Οι βοδέτες, είναι μακριές μαύρες λωρίδες ειδικής ύφανσης, σαν καλτσοδέτες, που στην άκρη έχουν ομοιόχρωμες φουντίτσες. Στο σημείο που σταματούσε το σαλβάρι, κάτω από το γόνατο, τύλιγαν τις βοδέτες.


Τα εσώρουχα που χρησιμοποιούσαν :

Το κατασάρκι, είναι άσπρη φανέλα, υφαντή στον λίτο, με μακριά μανίκια, που τη φορού­σαν όλο το χρόνο.

Το μπινιβρέκι, είναι μακρύ εσώρουχο μέχρι τον αστράγαλο και δένει με υφασμάτινο κορδόνι.

Τα σκουφούνια, είναι μάλλινες κάλτσες, πλεγμένες στο χέρι, μακριές μέχρι το γό­νατο. Τα έδεναν με το κορδόνι τους.

Τα γιμινιά, είναι μαύρα δερμάτινα παντοφλέ παπούτσια, πολύ χοντρά.

Τα γουρουνοτσάρουχα είναι τα παπούτσια που φορούσαν για τη δουλειά στα χτήματα.