ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα CARNIVAL. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα CARNIVAL. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ



Δωδεκαήμερο  ονομάζουμε  την περίοδο των δώδεκα ημερών από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα. Είναι ημέρες γιορτινές, οικογενειακές και σπιτικές αλλά και παλιότερα  με πολλές δεισιδαιμονίες και αστρικές επιδράσεις με κορύφωμα τις φαντασιώσεις των καλικατζάρων και των λυκανθρώπων και δρακόντων (σε άλλες χώρες). Έχουμε ένα συνδυασμό πολλών προχριστιανικών και χριστιανικών εθίμων. Τελούνται κυρίως με τρεις επιθυμητές σκοπιμότητες όπως μας  λέει ο γνωστός  Λαογράφος Λουκάτος : 
  
- Να χαρούν οι άνθρωποι την μετάβαση από τον χειμώνα, το σκοτάδι τη μη γονιμότητα και τον φόβο στην άνοιξη, το φως την βλάστηση και την χαρά. Αυτό επιδιώκεται με το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, τους πολύχρωμους φωτισμούς, τις φωτιές, την αναμμένη εστία, το κυνηγητό των καλικάντζαρων και τον αγιασμό των υδάτων.

- Να εξασφαλίσουν οι άνθρωποι την ευτυχία για τον χρόνο που έρχεται. Αυτό πραγματώνεται με τα κάλαντα,  τις ευχές, τα δώρα,  τις βασιλόπιτες κλπ.

- Να τονώσουν το θρησκευτικό και οικογενειακό αίσθημα και αυτό εφαρμόζεται με τις θρησκευτικές εκδηλώσεις, την ωραία παραδοσιακή ψαλτική, τις νυχτερινές ακολουθίες και τις οικογενειακές συγκεντρώσεις στο σπίτι με τα φαγητά κλπ.

Στο Δωδεκαήμερο έχουμε πολλά λαϊκά δρώμενα με μεταμφιέσεις σε όλη την Ελλάδα. Όπως μας λένε οι ειδικοί,  πρόκειται για μορφές λατρείας για γονιμότητα, καρποφορία, ευημερία και εξορκισμό του κακού.

Οι μεταμφιέσεις  αυτές ήταν ένας μικρός θίασος - προάγγελος του θεάτρου χωρίς συγκεκριμένο κάθε φορά σενάριο, αλλά κάποια πλοκή και περισσότερα τα στοιχεία αυτοσχεδιασμού.




Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

ΜΠΟΥΛΕΣ

Οι φωτογραφίες είναι απο το αποκριάτικο χορευτικό δρώμενο της Νάουσας "ΜΠΟΥΛΕΣ"






















 
 

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

ΚΑΠΕΤΑΝΑΡΑΙΟΙ ΒΕΡΟΙΑΣ - ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Γράφει ο Γιάννης Τσιαμήτρος
Εκπ/τικός – χοροδιδάσκαλος

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΛΑΟΣ Βέροιας στις 14.02.2009

Οι Αποκριές και το  Καρναβάλι ήταν ένα ξέσπασμα και ξεκούρασμα των ανθρώπων,  με ερωτική και σεξουαλική ελευθεριότητα, για να έρθει η Σαρακοστή με την σωματική συντήρηση και την πνευματική περισυλλογή μέχρι το Πάσχα. Ονομάστηκαν Αποκριές, επειδή τη περίοδο αυτή, συνηθίζεται να μην τρώνε κρέας οι Χριστιανοί, δηλαδή «να απέχουν από κρέας».
Λέγεται  επίσης  της Τυροφάγου, γιατί την εβδομάδα αυτή τρώνε μόνο γαλακτοκομικά  για να προετοιμαστούν σιγά - σιγά για τη νηστεία της Σαρακοστής. Το Καρναβάλι που είναι  Ρωμαϊκή λέξη έχει την ίδια έννοια με τις  Αποκριές (αποχή από το κρέας) – Καρναβάλι (carno-is=κρέας valeo=απέχω). Όπως και στο Δωδεκαήμερο έτσι και στις Αποκριές (με τις μεταμφιέσεις, τους χορούς, τα σατιρικά τραγούδια, τα φαγοπότια, την θύμηση των νεκρών και το κάψιμο των κέδρων) επιζητείται η γονιμότητα, η βλάστηση, η καρποφορία και γενικά η μετάβαση από τον χειμώνα στην άνοιξη, συμβολισμός που υπήρχε και στις αρχαίες Διονυσιακές γιορτές.
  Όλοι συμφωνούν ότι τα έθιμα της Αποκριάς έχουν τις ρίζες τους βαθιά στην αρχαιότητα και σηματοδοτούν την μετάβαση από το χειμώνα στην άνοιξη, την αναγέννηση της φύσης. Μάλιστα, υπάρχουν πολλές ομοιότητες με τα “Σατουρνάλια”, μια από τις αρχαιότερες γιορτές προς τιμήν του Διονύσου, κατά την οποία οι πιστοί μεταμφιέζονταν, χόρευαν, τραγουδούσαν και κατανάλωναν άφθονη ποσότητα κρασιού προς τιμή της θεότητας και από τις αρχαιότερες «Διονυσιακές γιορτές» των Ελλήνων, όπου οι άνθρωποι μεταμφιέζονταν, χόρευαν, τραγουδούσαν πίνοντας κρασί και το κέφι έφτανε στο κατακόρυφο προς τιμή του Διόνυσου. Υπάρχουν ομοιότητες επίσης με τις παλιές «εθνικές»  γιορτές της Ρωμαϊκής εποχής (Κρόνια, Λουπερκάλια κλπ) όπου δέσποζαν το γλέντι, η ψυχαγωγία και το «μασκάρεμα».
Σήμερα, σε πολλές περιοχές της χώρας, αναβιώνουν έθιμα του παρελθόντος που σχετίζονται με τις Απόκριες, προσελκύοντας μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων και επισκεπτών, κυρίως όμως αποδεικνύοντας την ανάγκη του ανθρώπου να διασκεδάσει, απεκδυόμενος την εικόνα του και φορώντας έναν άλλο μανδύα.
Έτσι η γιορτή διατήρησε τα δύο βασικά σκέλη της : Το φαγοπότι και τη μεταμφίεση. Το καρναβάλι αποτελεί αφορμή για ξεφάντωμα και πειράγματα.  Η περίοδος της Αποκριάς θεωρείται κατεξοχήν περίοδος εκτόνωσης, μια περίοδος κατά την οποία ο άνθρωπος ξεφεύγει από την καθημερινότητά του και εξωτερικεύει τα πάθη του με τη βοήθεια της μεταμφίεσης.
Σημαντικές τελετές διεξάγονται την περίοδο της Αποκριάς στην Νάουσα  της Μακεδονίας με τις «Μπούλες», με τους «Γιανίτσαρους»« στα Λεχαινά Ηλείας στην Πελοπόννησο με τους «Καρνάβαλους» στο Σωχό Μακεδονίας, με τους «Μπαμπούγερους στο Φλάμπουρο Σερρών, με τα «Κετσέκια» στο Ποντισμένο Σερρών κλπ.
Μεγαλύτερα κέντρα καρναβαλίστικου ξεφαντώματος ήταν, όπως και σήμερα, η Πάτρα με το περιβόητο Πατρινό καρναβάλι, που έχει τις ρίζες του στις αρχές του 19ου αιώνα, η Ξάνθη, η Θήβα με τον περίφημο «βλάχικο γάμο» της.
Στη Θήβα γίνεται και σήμερα ο «βλάχικος γάμος» που αρχίζει από την Τσικνοπέμπτη και αποτελείται από το προξενιό, το γάμο δυο νέων και τελειώνει με την πορεία των προικιών της νύφης και το γλέντι των συμπεθέρων. Όλες αυτές οι διαδικασίες είναι γεμάτες από σατυρική αθυροστομία, κέφι, γλέντι και χορό. Στην Πάτρα γίνεται το μεγαλύτερο καρναβάλι της Ελλάδας με διάρκεια δύο μηνών και την τελευταία Κυριακή της αποκριάς γίνεται παρέλαση αρμάτων με επικεφαλής το ομοίωμα του θεού της αποκριάς του «Καρνάβαλου» και ακολουθία διάφορων άλλων έξυπνων μασκαρεμάτων, με τη συμμετοχή 40.000 καρναβαλιστών, και πλήθους επισκεπτών ενώ το κέφι δίνει και παίρνει.
   Στην περίοδο αυτή έχουμε σε όλη την Ελλάδα ποικιλόμορφα  παγανιστικά έθιμα  και δρώμενα (δραματικές παραστάσεις): Τα «εξ αμάξης» στην Αγιάσο Λέσβου, Τη «Δίκη του Αγά» στην Χίο,  τον «Γέρο και την Κορέλα» στην Σκύρο, Τα «Ζευγάρια» στην  Άνδρο, τον «Τρίφτη» στην Σάμο, την «Τσαμπούνα» στην Σάμο, Τα «Σκάλιθρα» στην Λέσβο, Τον «Πίρονα» στην Ζάκυνθο, Τα «Φεστίνια» στην Ζάκυνθο, Τα «φαλοφόρια», Ελασσόνα, Ρέθυμνο, Ολυμπος Καρπάθου,  Τον «Καλόγερο» στην Αγία Ελένη Σερρών και Μελίκη Ημαθίας, την  «Σοπάνικα»  στην Ξάνθη, «Πως το τρίβουν το πιπέρι» στον Τίρναβο, Το «Μπουράνι» στον Τίρναβο, Τον «Μπέη» σε Διδυμότειχο, Καστανιές, Πεντάλοφο, Ρίζια Ν. Έβρου, Τον «Καντή» στο Ρέθυμνο, Τα «Φαλλοτράγουδα» στην Κήρανθο Εύβοιας, Τα «Ερωτόπαθα» στην Σέριφο, Την «Καμήλα» στη Σίφνο, Τους «Καλόγερους»  στο Χωριό Άγιος Γεώργιος στα ανατολικά της Βιζύης  Ανατολικής Θράκης (έθιμο διαφορετικό από αυτό των Σερρών), Τον «Κούκερο ή χούχουτο»  στο Ευκάριο Θράκης, τον «Μπέη ή Κιομπέη» στους Ορτάκιους Αλεξανδρούπολης, τους  «Πιτεράδες» στο χωριό Κωστί Αλεξανδρούπολης  κλπ.
    Στην Κοζάνη γίνεται το έθιμο του φανού, κατά το οποίο φωτιές και υπαίθρια γλέντια στήνονται σε διάφορες γειτονιές της πόλης.  Οι “φανοί”, οι μασκαράδες που περιφέρονται σε όλη την πόλη, οι λαϊκοί οργανοπαίκτες και οι μπάντες στους δρόμους, το κρασί, τα “κιχιά” και τα κεράσματα σε όλους, η έντονη σκωπτική διάθεση και η καθολική συμμετοχή στα δρώμενα, είναι τα χαρακτηριστικά των αποκριάτικων ημερών. Σήμερα, τις ημέρες του καρναβαλιού η Κοζάνη αποδεσμεύεται από τα καθημερινά προσχήματα και επαναφέρει το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα για να εκφραστεί αυθεντικότερα και να ξεφαντώσει διονυσιακά. Το μεσημέρι της μεγάλης αποκριάς γίνεται παρέλαση αρμάτων και μεταμφιεσμένων ομάδων που εκπροσωπούν την κάθε γειτονιά.
Ακολουθεί βράβευση της πιο εντυπωσιακής συμμετοχής, από το Δήμο Κοζάνης, σε ειδική τελετή που γίνεται στο πάρκο του Αγίου Δημητρίου. Το βράδυ της μεγάλης αποκριάς σε κάθε γειτονιά ανάβουν οι “φανοί”, μεγάλες φωτιές γύρω από τις οποίες χορεύουν και τραγουδούν μικροί και μεγάλοι.  Το κρασί, τα “κιχιά”, τα κεράσματα για όλους, αλλά κυρίως το ιδιαίτερα “καυτό” περιεχόμενο των τραγουδιών που λέγονται “ξιανέντροπα” ή “νοικουκυρίσια”, αποτελούν εγγύηση άμυνας στο τσουχτερό κρύο που επικρατεί εκείνη την εποχή.
Δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε το  αποκριάτικο έθιμο της Νάουσας με τις «Μπούλες» όπου κυριολεκτικά τις ημέρες των Αποκριών η Νάουσα αποτελεί πόλο έλξης για όσους αναζητούν ένα πραγματικά παραδοσιακό καρναβάλι. Έχουν γραφτεί πάρα πολλά   για το καρναβάλι της Νάουσας  και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβουμε. Όμως αυτό που έχει μεγάλη σημασία  και  πρέπει να σημειώσουμε είναι να δώσουμε συγχαρητήρια στον κόσμο της Νάουσας  που κατάφερε  να διατηρήσει το καρναβάλι του γνήσια παραδοσιακό, χωρίς ξενικά πρότυπα, όπου  δεν γίνεται  απλή αναβίωση του εθίμου, αντιθέτως το έθιμο  συνεχίζεται αυθεντικό όπως τα παλιά χρόνια, πράγμα που δείχνει ότι οι άνθρωποι αυτοί αγαπούν και σέβονται τον τόπο τους.
 

ΚΑΠΕΤΑΝΑΡΑΙΟΙ ΒΕΡΟΙΑΣ

 Στην Βέροια το καρναβάλι ήταν επίσης εντυπωσιακό, όμως στις αρχές της 10ετίας του ‘60  ατόνησε εξαιτίας ενός  θανάτου κάποιου πλούσιου Εβραίου πιθανόν από καρναβαλιστές   κατά την περίοδο της Αποκριάς. Από τότε έγιναν κάποιες προσπάθειες αναβίωσης του καρναβαλιού  από μέρους του Δήμου της Βέροιας, πιστεύουμε με λάθος προσανατολισμό (ξενικά  και μοντέρνα πρότυπα) με επιτυχία αλλά χωρίς διάρκεια. 
Αυτό που ήταν σημαντικό την περίοδο της Αποκριάς στην Βέροια ήταν  το έθιμο των «Καπεταναραίων»   το οποίο αναβιώνει  τα σημερινά χρόνια ο «Λαογραφικός Σύλλογος  Βλάχων Βέροιας» και το οποίο είχε ανθήσει πολύ στα χρόνια του μεσοπολέμου. Το έθιμο τελούνταν από ντόπιους Βεροιωτάδες και από Βλαχόφωνους  Έλληνες της Βέροιας.  Τo μπουλούκι των Βλάχων ήταν το πιο εντυπωσιακό. Το έθιμο είχε πολλές ομοιότητες με τις Μπούλες της Νάουσας. Στον 19ο αιώνα οι καπεταναραίοι της Βέροιας είχαν και μάσκες, όμως μετά την απελευθέρωση το 1912 δεν φορούσαν μάσκες.
Από τον Αϊ Δημήτρη οι νεαροί άντρες της Βέροιας (καλοί χορευτές) προετοιμάζονταν από μόνοι τους  με δικά τους χρήματα και χωρίς την παρέμβαση κάποιου συλλόγου ή του Δήμου. Συγκεντρώνονταν η ομάδα και ιδιαίτερα οι βλάχοι έλεγαν «τσε βα σφουτσιέμ  λα Παριάσινι; = τι θα κάνουμε τις Αποκριές;». Ετοίμαζαν τις φορεσιές τους με μεγάλη προσοχή και φροντίδα. Ήταν το μόνο μέλημα τους και περιμένανε πως και πως  τις Αποκριές. Μάζευαν  πολλά ασήμια, σιρίτια, στολίδια, κιουτσέκια (διπλές, τριπλές ασημένιες αλυσίδες) για να τα βάλουν στο στήθος. Την Κυριακή της Αποκριάς  τα μπουλούκια  αφού ντύνονταν με ευλάβεια στα σπίτια τους συναντιόντουσαν στην πλατεία Ωρολογίου μετά το σχόλασμα της εκκλησίας και αρχίζανε τις πατινάδες στους μαχαλάδες της πόλης όπου χόρευαν σε κάθε μαχαλά ο καθένας τον δικό του χορό με την σειρά.
Στους μαχαλάδες έκαναν συνήθως το εξής έθιμο: Δύο τσολιάδες πάλευαν με τα σπαθιά και σε κάποια στιγμή ο ένας έπεφτε κάτω προσποιούμενος τον νεκρό.  Οι μουσικοί έπαιζαν έναν πένθιμο σκοπό. Έρχονταν ο άλλος από επάνω και έκανε αναπαράσταση γδαρσίματος  αρνιού χρησιμοποιώντας μια τριχιά (σχοινί) σαν να έβγαζε τα έντερα του «νεκρού». Σε κάποια στιγμή ο πεθαμένος ζωντάνευε (στοιχείο νεκρανάστασης) και συνεχίζονταν  ο χορός. Το βράδυ  το γλέντι συνεχίζονταν σε καφενείο μέχρι τις  πρωινές ώρες, κοιμόντουσαν λίγο μαζί με την φορεσιά και την Καθαρά Δευτέρα έκαναν το ίδιο πράγμα και στο τέλος κατέληγαν στην  τοποθεσία Ελιά όπου σερβίρονταν και ο παραδοσιακός Βεροιώτικος φασουλοταβάς. Οι οργανοπαίχτες  ήταν από τη Νάουσα και την Έδεσσα (χάλκινα όργανα).
Το μπουλούκι αποτελούνταν από  φουστανελοφόρους, βοσκοπούλες και μάγκες και όλοι τους  ήταν άντρες. Δεν υπήρχαν γυναίκες στο μπουλούκι. Οι φουστανελοφόροι  φορούσαν τσαρούχια με φούντα, καλτσοδέτες, μάλλινες μεγάλες  άσπρες κάλτσες ή  άσπρα χολέβια (τσουάριτς), πουκαμίσα (καμάσια) με πολλες δίπλες στο μπροστινό μέρος, άσπρο ψιλό καλοδουλεμένο τσιπούνι, από μέσα είχαν μάλλινη φανέλα (κατασάρκο) με κεντήματα στα μανίκια, γιλέκο (τσαμαντάνι), μαντήλι στο λαιμό και φυσικά είχαν τα ασημικά στο στήθος.  Οι άλλοι μισοί άντρες ήταν μεταμφιεσμένοι σε βοσκοπούλες και οι «μάγκες» (συνήθως δύο) φορούσαν Αρβανίτικη φορεσιά (φυσικλίκια, πιστόλια, μαύρη ζίβρα = σαλβάρι, μαύρο πουκάμισο και μαύρο γιλέκο, μαύρο καπέλο στο κεφάλι με ψεύτικα μεγάλα μαλλιά για να είναι αγριωποί). Αυτοί φύλαγαν το μπουλούκι με καμτσίκια (ένας μπροστά κι ένας από πίσω). Είχαν κι έναν καπετάνιο ως αρχηγό.
Οι χοροί που χορεύονταν ήταν η Πατρώνα,  τα Τσάμικα (το Καραϊσούφ, τα Σάλωνα, τα Μαγια, ένα ξεχασμένο τώρα Μπεράτικο τσάμικο), Μπεράτικα, Συρτά, το Καραπατάκι, η Γκάιντα, Χασαπιές, η Ζαχαρούλα και άλλα. Ο καθένας είχε το χορό του. Ήταν καταπληκτικοί χορευτές και εντυπωσίαζαν με την χορευτική τους δεινότητα. Το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού του πρωτοχορευτή ήταν εμφανές και απαράμιλλο. Σπουδαίοι χορευτές Καπεταναραίοι  στον μεσοπόλεμο  ήταν ο Γιάννης Κοτρώνης (Τσιαμήτρος), ο Τάκης Κυρίτσης, ο Γιώργης Αράβας, ο Μόκανος, ο Αρίστος Ζαρογιάννης, ο Περικλούσιος Δημούλας, ο Τάκης Πατσιαβούρας, ο Νίκος Βουρδούνης  και άλλοι πολλοί.
(Για το έθιμο των Καπεταναραίων  Βέροιας πληροφοριοδότης μας είναι Ο 89χρονος Κώστας Τσιαμήτρος (Ψωμάς) ο οποίος  συμμετείχε ενεργά στο έθιμο στον μεσοπόλεμο και ήταν σπουδαίος χορευτής).


Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2008

THE CUSTOM OF BOULES



Written from Christos Zalios

(Teacher of Physical Education)


Boules are a very old carnival custom of the town of Naoussa. It is very difficult for us today to discover its origin, as it usually happens with most of our customs. Nevertheless, all of its elements lead us to older times when this custom first originated.
In this carnival custom of our town a very successful definition is given, that of ‘dance act’, because the action of the people who take part in its enactment is a dance act and without that dance act the enactment of the custom is impossible to take place.
The most important elements of the custom of Boules that come from a very strict oral tradition are:
· The forming of the group (boulouki), which presupposes the strict acceptance and keeping of certain rules pervading the enactment of the custom of Boules, so that certain people could join in and participate in the enactment.
· The gender of the people taking part in the custom should be young males.
· The woman’s part (that of bride-Boula) is always enacted by a man.
· The outfit, the disguise and the attitude of those who take part in the custom of Boules are all determined by old traditional rules.
· The musical instruments, the dances, the itinerary are all pre-determined by the ritual which is followed without any changes through the passage of time.
The custom of Boules has its origins in ancient times and it is probably related to rituals of tribal initiation ceremonies, such as the ritual of becoming an adult, during which the young man dressed in woman’s clothes and led by unmarried men of the tribe will be initiated into its secrets following his turn. Then he will take off the woman’s clothing and he will be turned into a man.
Today we can observe that in its long-lasting history the custom of Boules reshapes and also incorporates the local tradition, the myths, the legends, the songs and the heroic fights of the town of Naoussa in its elements.
The people who take part in the custom of Boules were and are always young men. In older times their number seems to be from six to twelve men, whereas, today more men can take part in the enactment of the custom of Boules. In the group (boulouki), small children could take part even from long ago.

The enactment of the custom: The forming of the group, which is going to enact the custom of Boules, starts way before Carnival days. The people who are going to form the group, define their leader, find and secure the musical instruments needed for the enactment, look for their outfits and the silver coins and necklaces they are going to wear. The old Boules always lend their outfits to the younger Boules and they help them dress up. On Saturday evening, a day before Carnival day, the dressing up of the people who take part in the custom of Boules, starts and it continues all through the night and it is very tiring. The silver coins and necklaces are sewn on the outfits one by one by seamstresses or by the women of each house and when the dressing up finishes, a specialised craftsman comes, who ties on the head of each young man the scarf (taraboulo) and the mask. Now the young man is ready and he waits for the musical instruments to be heard and invite him to the group.

Sunday of the Carnival. The gathering of the group: The young man dressed up from the previous evening in later years, and from early morning nowadays, is ready. The drum and the clarinet (zournas) are heard from far away calling for the group to gather. The musical instruments, playing a melody of the free rhythmic type, called Zalistos, will pass by all the houses of the young men who participate in the group and they will gather them one by one.
The musical instruments will not gather the small boys. Those boys go with their fathers to the houses of the older men.
When Zalistos is heard, the Boula will come to the window or the balcony of the house to hail the group, which is coming to gather him. He stretches his hands up and hails by moving his chest to the right and left, so that the coins that hung from his chest are heard. Then the young man greets all the people of the house and everybody who helped him dress up by a handshake and by hopping on his two feet.
When the young man comes to the front door of the house, he makes three times the sign of the cross and then he greets all the people who came to gather him. Afterwards, the group start their way in pairs to gather the next Boula while the musical instruments play Zalistos.
The bride-Boula is also ceremonially prepared from the family of the man who is going to impersonate her. It is a role that must be acted in a serious and proud manner. The bride-Boula kisses the hands of all the people of her house and then she kisses the hands of the whole group, of the musicians and of all the people who are there at the time that she is going to be gathered.
After the group places two Boules and the bride-Boula in the middle, they continue gathering the other members of the group from their houses. First they gather the young ones, then the older ones and last of all they gather the leader of the group.
Little by little a procession is formed, which had the following structure. The smaller boys, who do not wear a mask, lead the way and then the older ones follow. Then the younger Boules are placed and in the middle come those who hold the bride-Boula and last come the oldest Boules and the leader of the group. Right behind the leader are the musicians, so that they can take orders for the songs and the melodies they would play.
After the gathering of the group finishes, they all head to the Town Hall, called the House of Mountiris in the years of the Turkish occupation and they figure they would arrive there at around noon. They gather at the Town Hall at almost twelve o’clock. All the citizens of Naoussa are gathered there, too. Everybody waits to see Boules.
The itinerary: Right after finishing dancing in front of the Town Hall, Boules start moving in a slow dance called Patinada accompanied with the song ‘Os Pote Palikaria’ towards the first neighbourhood, where they will stop to dance for the crossroad of Lamnias (triodi of Lamnias).
Boules hail all the people they know by shaking his/her hand and by hopping three times on their feet. When they reach the place where three streets meet, the clarinet players play the Patinada of Sanidas. After that they pass through the narrow lane of Christides, the present market place, and they come out at the Burnt Houses (Kammena) dancing the Patinada of Chontrosougla’s. They also stop to dance at the Burnt Houses.
Afterwards, the group proceeds to the quarter of Pouliana. After they dance there, the next stop is the quarter of Batania, whey they go by dancing the Patinada of Ypsilantis.
Coming out again from the Burnt Houses and following Vassileos Konstantinou Street dancing the Patinada ‘Milis o Periphanos’, they go to the park of Naoussa. There a lot of citizens of Naoussa wait to admire and judge the best dancers.
Leaving the park with the Patinada ‘Kambana’ they head towards St George’s church, where the members of the group who live in that quarter dance.
Then they head for St Mina’s church and from there they go to the crossroads of Maggavelas next to St Mary’s church. From Maggavelas onwards the musicians play the Patinada called ‘Kateva katou Lenko’ and they go to the quarter of Alonia, where a great feast is going to be held. In this neighbourhood all the members of the group whose houses or their relatives’ houses are close by take off their masks.
After the great feast at Alonia and following the street to Galakia, the clarinet players play the Patinada ‘Den s’arizan t’alonia Marijia’.
Boules, dancing to the rhythm of the Patinada of Chontrosougla, pass by the Bended Plane-tree the crossroads or Latsis and Lamnias and then they come out to the Burnt Houses, where they dance their last dance. Now all the men who live on this side of the town take off their masks, too.
There old Boules dance as well as many of the people who are gathered there and who want to dance. At the Burnt Houses the group starts dispersing, those of the Boules who are really tired go home, whereas the rest of them continue the feast at the houses of the citizens of Naoussa who like to celebrate and who call them to dance and drink. The dance seizes to follow the custom ritual and it turns into a popular feast.
In the morning all the members of the group and the rest of the people tired from dancing so many hours, they separate and they go home, too. In older times, when they returned late at home, Boules slept with their outfits in a chair or on the mattress, wrapped in a clean sheet, so that the next day they would be ready and they wouldn’t have to get dressed again.
Monday of the Carnival: On Monday morning all the members of the group gathered at the leader’s house without wearing their masks. The musicians join them along with the small children of the group. This day the programme is not ritual. Here a small family feast takes place with the relatives and the friends of the leader of the group taking part in it. After that they dance Patinada to the Konaki (Town Hall), they dance there for a while and then they visit the houses of the members of the group, where they are invited to dance, eat and drink.
Today the itinerary is not scheduled and it is a day of feast. In every house a table waits for them laid with rich food and wine. The musical and dance repertoire of this day is not as strict as that of the previous day and besides the dances danced at the enactment of the custom of Boules, the clarinet plays modern melodies, too or even melodies from the villages around Naoussa, if the family of the house where they play comes from a certain village of Naoussa.
In the evening all the members of the group, really tired from the exhausting dances, which last for two days, after they shake hands with one another, they go home.
Second Sunday, ‘Tis Tirinis’: The next Sunday, ‘Tis Tirinis’, the custom is repeated exactly as it was enacted on the Sunday of the Carnival.
Clean Monday: On Clean Monday the members of the group gather once more at the leader’s house in the morning. But the itinerary is standard this time. In the evening the last feast also takes place at the Burnt Houses and some time they have to be separated and return home. In the end, Boules form a circle, they put the musician in the middle of it and they strike him symbolically with the flat side of their swords on the head and after they lift him up in their hands, they shout, ‘Always capable, may we repeat this next year.’
The dancing repertoire: For the protagonists of the custom the dancing repertoire consists of the following dances: Zalistos, Sygathistos, Papadia, Old Papadia, Davelis, Sotiris, Nizamikos, Melikes, Moustabeikos, Sarantapente, Souda, Makrynitsa and of course Patinada.
In all of those exclusively male dances, the bride-Boula dances very little. She moves symbolically with the other Boules, but her dance repertoire consists of dances like Makrynitsa and Souda.
If anyone of the small boys who accompany the group can dance very well, after the request of his parents (who follow the group), the leader of the group defines when and where that small boy will be placed first in the circle of dancers and he will dance as first dancer, and at the same time the rest of the group will regard him as a grown up.
In older years, the dancing action of the group started after the visit to the house of the lord of the town, who was supposed to give permission to the leader of the group for the enactment of the custom. Today, all the groups visit the Town Hall and then they start their dancing route through the streets of Naoussa.
Right after the group reaches the Town Hall and the leader of the group meets with the mayor in order to offer him the ‘credentials’ of his group, the dancing action of the group begins. The clarinets plays Zalistos and Boules who are in pairs, lean their bodies backwards and they proudly move their chests. One man from each pair helped by his companion who holds him at the back, stretches backwards clanking proudly the coins on his chest in opposition to the bride-Boula, who curtsies to the ground.
The mayor, the first lord of the place, gives permission and then the clarinet plays ‘Kato sti Roido’, a dance which is danced by Boules as Sygathistos using the handkerchief they have sewn on their sleeves (the same melody was danced at weddings in Naoussa as ‘Sygathistos’ and it was the first dance of the wedding reception).
After the song of Rigas ‘Os Pote Palikaria’ the dance Papadia follows, usually danced by the leader of the group. Then Makrynitsa follows, the dance of the Bride, who is the second protagonist of the ritual and who is going to dance with dignity and magnificence as this dance should be danced since it is a dance which is a lamentation and a tribute to one of the most glorious pages of Greek History, the holocaust and the total destruction of Naoussa by the Turks in 1822. Then the dances Nizamikos, Sarantapente, Melikes and maybe Souda or Moustabeikos follow, dances which can be danced by small children, too.

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

ΜΠΟΥΛΕΣ ΝΑΟΥΣΑΣ

Γράφει ο Ζάλιος Χρήστος
εκπαιδευτικός/συγγραφέας

Δημοσιεύτηκε στο Λαό Βέροιας, την Κυριακή 11/2/2007.

Το έθιμο

Οι Μπούλες είναι παλαιότατο αποκριάτικο έθιμο της Νάουσας. Δύσκολα μπορούμε σήμερα να βρούμε τις ρίζες του, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα από τα έθιμά μας. Όμως όλα τα στοιχεία του μας οδηγούν σε παλαιούς χρόνους.
Στο αποκριάτικο αυτό έθιμό μας, έχει δοθεί πολύ πετυχημένα ο ορισμός χορευτικό δρώμενο, γιατί η δράση των ανθρώπων που συμμετέχουν στην τέλεσή του είναι δράση χορευτική και χωρίς αυτήν η τέλεση του εθίμου είναι αδύνατη.

Τα κυριότερα στοιχεία του εθίμου που μας μεταφέρονται από μία πολύ αυστηρή προφορική παράδοση είναι:
  • Η συγκρότη­ση του μπουλουκιού, που προϋποθέτει την αυστηρή αποδοχή και τήρηση ορισμένων κανόνων τέλεσης του εθίμου για συμμετοχή σ' αυτό.
  • Το φύλο των τελεστών είναι μόνο νέοι άνδρες
  • Τη γυναικεία μορφή (νύφη-μπούλα) την υποδύεται πάντα άνδρας.
  • Η ένδυση, η μεταμφίεση και η συμπεριφορά των τελεστών διέπονται από πατροπαράδοτους κανόνες.
  • Τα μουσικά όργανα, οι χοροί, το δρομολόγιο, είναι προκαθορισμένα από το τελετουργικό, που ακολουθείται αναλλοίωτο στο πέρασμα των χρόνων.
Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και πιθανότατα έχει σχέση με τελετές φυλετικής μύησης όπως η τελετή ενηλικίωσης κατά την οποία ο νέος, ντυμένος με γυναικεία ρούχα και οδηγούμενος από ανύπανδρους άντρες της φυλής, θα μυηθεί με τη σειρά του στα μυστικά της, θα αποβάλλει τη γυναικεία ενδυμασία και θα μεταμορφωθεί σε άνδρας.
Σήμερα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στη μακραίωνη ιστορία του το έθιμο μεταπλάθει και παράλλη­λα ενσωματώνει στα επί μέρους στοιχεία του, την τοπική παράδοση, τους μύ­θους, τους θρύλους, τα τραγούδια και τους ηρωικούς αγώνες της Νάουσας.
Οι τελεστές ήταν και είναι πάντα νέοι άνδρες. Ο αριθμός τους τα παλαιότερα χρόνια φαίνεται να ήταν από έξι μέχρι δώδεκα, ενώ σήμερα μπορεί να συμμετέ­χουν και περισσότεροι. Στο μπουλούκι, από πολύ παλιά έπαιρναν μέρος και μικρά αγόρια.

Η Αμφίεση

Παλαιότερα, όσοι ήθελαν να γίνουν Μπούλες άρχιζαν να μαζεύουν τα ρούχα και τα ασημικά τρεις μήνες νωρίτερα. Τα ρούχα της Μπούλας ήταν και είναι πανάκριβα, γι' αυτό οι τελεστές του εθίμου όταν μπορού­σανε, έραβαν ένα δύο κομμάτια και τα άλλα τα παίρνανε από πα­λιές Μπούλες που δε ντύνονταν.
Όσον αφορά τα ασήμια (που πολλές φορές ήταν σπάνια οικογενειακά κειμήλια), αλυσίδες και τοκάδες για κάτω από τη μέση τα παίρνανε από τους Ναουσαίους, τα υπόλοιπα, τα ψι­λά ασημικά πού βάζανε πάνω από τη μέση και στην πλάτη, από τα χωριά του Ρουμλουκιού. Ασήμια, νοίκιαζαν πολλές φορές και από την εκκλησία του Αγιαντώνη στη Βέροια. Το πρώτο ντύσιμο των τελεστών ξεκινούσε την παραμονή της Κυριακής της Από­κρεω. Παλαιότερα άρχιζαν από το βράδυ του Σαββάτου, γιατί όλα τα ασήμια ράβονταν ένα-ένα επάνω στα ρούχα της Μπούλας. Σήμερα όμως το ντύσιμο αρχίζει νωρίς την Κυριακή της Απόκρεω, γιατί ο μεγάλος όγκος των ασημιών είναι ήδη έτοιμος, ραμμένος πάνω σε ένα γιλέκο ειδικά κατα­σκευασμένο για την περίσταση. Τελευταίος θα φορεθεί ο πρόσωπος με το ταράμπουλο. Ειδικοί τεχνίτες έχουν φτιάξει το περίπλοκο κεφαλοδέσιμο που πρέπει να είναι πολύ καλά δεμένο, για να αντέξει στις μεγάλες διαδρομές και στους πολλούς χορούς που απαιτεί το έθιμο.

Τα ρούχα πού αποτελούν το ντύσιμο της Μπούλας είναι:
Το μπινιβρέκι, μακρύ ανδρικό εσώρουχο μέχρι τον αστράγαλο που δένει με υφασμάτινο κορδόνι.

Οι μπέτσφις, άσπρες κάλτσες που φτάνουν από το μηρό μέχρι τον αστράγαλο και φοριούνται πάνω από το μπινιβρέκι. Γιά νά στε­ρεωθούν οι μπέτσφις παλιά βάζανε ένα λουρί στη μέση. Οι μπέτσφις είχαν δύο κορδόνια πού δένονταν σ’ αυτό το λουρί της μέσης για να μη πέφτουν.

Οι βουδέτες, μαύρες υφασμάτινες ταινίες που συγκρα­τούν τις κάλτσες (με φούντα στην άκρη τους) και δένονται κάτω από το γόνατο στις μπέτσφις.

Η κοντέλα, πουκάμισο με πολύ φαρδιά μανίκια, κεντημένο στο στήθος, στο γιακά και στην άκρη των μανικιών με μεταξωτή κλωστή σε σχέδιο ψαροκόκαλου.

Η φουστανέλα, είναι το βασικότερο κομμάτι στη στολή της Μπούλας. Είναι κοντή αρματωλική, φθάνει 4-5 δάχτυλα πάνω από το γόνατο και έχει 300 ως 400 λαγκιόλια (πιέτες), σε αντίθεση με αυτήν της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος που φθάνει 15-20 εκ. κάτω απ' το γόνατο και έχει λίγα λαγκιόλια.

Το πισλί είναι ένα είδος γιλέ­κου που φοριέται πάνω από το πουκάμισο, φτιαγμένο από βελούδινο ή μάλλινο ύφασμα. Είναι κεντημένο με γαϊτάνια, τιρτίρια και καρμάδες (είδη βελονιάς με χρυσοκλωστή). Το πισλί δενόταν σφιχ­τά στο στήθος και παλιότερα από πάνω ράβανε ένα άσπρο πανί, πάνω στο οποίο ρά­βονταν τ' ασήμια.

Το ζωνάρι για τη μέση, ήταν στενό και ίδιο με αυτό πού φορούσαν με τα σαλβάρια τους οι Ναουσαίοι γαμπροί στο γάμο. Είναι υφασμένο από μετάξι και βαμμένο με φυσική μπογιά από αγκίτσι (ίον). Έχει άσπρες και λιλά ρίγες και στην άκρη κρόσια που πέφτουν πάνω στη φουστανέλα.

Το Σελιάχι, μπαίνει στη μέση πάνω από το ζωνάρι. Είναι φτιαγμένο από πολλά στρώματα πετσι­ού και το χρησιμοποιούσαν ως πορτοφόλι, ή θήκη για κουμπούρια και μαχαίρια.

Η Πάλα, το γιαταγάνι - μαχαίρι για το χορό.

Ο πρόσωπος, ή προσωπίδα είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της αμφίεσης. Πάνω σε ειδικό καλούπι τοποθετείται χοντρό πανί και πάνω σ’ αυτό γύψος που είναι κερωμένος από μέσα, ώστε να κρατά δροσιά σ' αυτόν που τον φορά. Τον πρόσωπο έβαφε άσπρο και λουστράριζε ειδικός τεχνίτης. Το μουστά­κι γίνεται από αλογότριχα και κατράμι, ενώ η σύν­θεση των χρωμάτων έχει ως βάση το αυγό της κότας. Χαρακτηριστικό και των δύο τύπων προσωπίδας (γυναικεί­ας και ανδρικής) είναι τα πολύ μικρά μάτια και το επίσης μικρό στόμα.

Το ταράμπουλο, ή ταραμπουλούζ είναι ζωνάρι φτιαγμένο από καθαρό μετάξι σε ύφανση αδίμιτη και σχέδιο ανα­τολίτικο και έχει προέλευση από την Τρίπολη της Αφρικής. Το πλάτος του είναι περίπου 0.90 μ. και το μήκος του 3,60 μ. Το δέσιμο της προσωπίδας με το ταράμπουλο γινόταν πάντοτε από ειδικό τεχνίτη και ήταν ή δυσκολότερη δουλειά, γιατί απαιτούσε μεγάλη τέχνη και υπομονή, ώστε τό κεφάλι να είναι όμορφα δεμένο.

Το μαν­τήλι, που θα ραφτεί στον καρπό του δεξιού χεριού για το χορό.

Τα σκουφούνια, (κάλτσες) που γίνονται από τις νοι­κοκυρές με κάτασπρο μαλλί.

Τα τσαρούχια, που παλιά κατασκευάζονταν μόνο στα Γιάννενα από δέρμα τελετίνι και είναι κόκκινα με μαύρη φούντα.

Τα ασημικά περιλαμβάνουν μια μεγάλη ποικι­λία από κοσμήματα
Παλιά, όλα ράβο­νταν ένα-ένα πάνω στη Μπούλα το Σαββατόβραδο, παραμονή της Αποκριάς. Σήμερα για ευκολία ράβονται πάνω σ’ ένα γιλέκο.
Μπροστά στο στήθος είναι ραμμένα τα ρούπια (ψιλά κέρματα). Είναι περασμένα σε αλυσίδες που καταλήγουν σε σταυρούς και χαϊμαλιά. Στην πάνω μεριά τις περισσότε­ρες φορές είναι ραμμένο ένα γιορντάνι που ξεκινά από το λαιμό.

Χαμαϊλιά έχουμε τετράγωνα, στρογγυλά, τρίγωνα και σε σχήμα φυσεκιού. Όλα είχαν στο εσωτε­ρικό τους, όπως και οι σταυροί, τίμιο ξύλο.

Το κιουστέκι είναι το πλουσιότερο κόσμημα της Μπούλας που στολίζει ολόκληρη την πλάτη.

Οι παϊαντζΐδες είναι φτιαγμένες με την τέχνη του κιουστεκιού σε σχήμα αράχνης (παϊαντζίδα). Στολίζουν πλάτες και φουστανέλα και είναι διακοσμημένες με αετούς και αρχαίες παραστάσεις.

Οι τοκάδες και οι κοψιάδες είναι δουλεμένοι με ασήμι σαβάτι και πέτρες. Τους τοκάδες τους βάζουν περασμένους από λουριά κάτω από τη μέση στη φουστανέλα από τις δύο μεριές. Επίσης κοντά στους τοκάδες, βάζουν αλυσίδες με ρού­πια. Οι κοψιάδες έχουν γυριστούς γάντζους που στερεώνονται αρκετά γερά, όπου κι αν σκαλώσουν.


Η φορεσιάτης νύφης-Μπούλας.
Καταρ­χήν, πρέπει να πούμε ότι η νύφη-Μπούλα, είναι ένας άντρας ντυμένος με φαρδιά φουστάνια. Το κεφαλοκάλυμμα είναι γεμάτο λουλούδια, από τα οποία ξεκινούν τούλια και κορ­δέλες. Φοράει προσωπίδα χωρίς μουστάκι, με κόκκι­να ολοστρόγγυλα μάγουλα και χρυσαφί βαράκι. Απαραίτητα εξαρτήματα της φορεσιάς της είναι τα ψιλά ασήμια στο στήθος, η σαλταμάρκα, οι τραχηλιές, τα φλουριά, χρυσοκέντητη ζώνη και πόρπη, όλα εξαρτήματα από την τοπική γυναικεία φορεσιά, εκτός απ' το φουστάνι που είναι ειδικά ραμμένο με στεφάνια, ώστε να στέκεται φουσκωτό.


Η τέλεση του εθίμου
Η συγκρότηση του μπουλουκιού που θα βγει στο έθιμο αρχίζει βέβαια πολύ πριν από την Αποκριά. Τα άτομα που θα αποτελέσουν το μπουλούκι ορίζουν τον αρχηγό τους, εξασφαλίζουν τα όργανα, ψάχνουν για τις φορεσιές και τα ασημικά. Οι παλιές Μπούλες δανείζουν πάντα στους νεότερους τις φορεσιές τους και τους βοηθούν στο ντύσιμο. Το Σάββατο βράδυ, παραμονή της Αποκριάς, άρχιζε το ντύσιμο των τελεστών του εθίμου που διαρκούσε όλη τη νύχτα και ήταν πολύ κουραστικό. Τα ασήμια ράβονταν πάνω στη στολή ένα-ένα από μοδίστρες ή τις γυναίκες του σπιτιού και όταν τελείωνε το ντύσιμο, ερχόταν ειδικός τεχνίτης που έδενε στο κεφάλι του νέου το ταράμπουλο με την προσωπίδα. Ο νέος τώρα είναι έτοιμος και περιμένει να ακουστούν τα όργανα και να τον καλέσουν στο μπουλούκι.

Τα όργανα

Τα όργανα που χρησιμοποιούνται από παλιά στο έθιμο είναι μόνο οι ζουρνάδες.
Στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα οι οργανοπαίχτες του εθίμου ήσαν όλοι ξένοι, έρχονταν από τη Βέροια και τα περίχωρά της και μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας έφυγαν όλοι με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Το μπουλούκι αναλάμβανε την πληρωμή των οργανοπαιχτών, καθώς και τα έξοδα για τη διατροφή και διαμονή τους στη Νάουσα. Ο μόνος ναουσαίος ζουρνατζής στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν ο Δημήτρης Βογιατζής ή Μήτρος Χαϊβάνος. Ειδικά για τις αποκριές έρχονταν ζουρνατζήδες από την Καρατζιόβα, τη Γουμένισσα, τη Τζουμαγιά κ.ά. Από τη δεκαετία του 1950 εμφανίζονται στη μουσική ζωή της Νάουσας και οι δύο οικογένειες ζουρνατζήδων του Β. Ψαθά και του Στ. Παζαρέντση που οι απόγονοί τους συνεχίζουν μέχρι και σήμερα την παράδοση των προγόνων τους.

Κυριακή της Αποκριάς

Το μάζεμα του μπουλουκιού : Ο νέος, ντυμένος από το βράδυ παλιότερα και από νωρίς το πρωί σήμερα, είναι έτοιμος. Από μακριά ακούγονται το νταούλι με το ζουρνά που καλούν στο μάζεμα του μπουλουκιού. Τα όργανα παίζοντας μια μελωδία ελεύθερου ρυθμικού τύπου το Ζαλιστό, θα περάσουν από όλα τα σπίτια των νέων που συμμετέχουν και έναν-έναν θα τους μαζέψουν. Τα όργανα δε θα μαζέψουν τα μικρά αγόρια. Αυτά πηγαίνουν με τους πα­τεράδες τους στα σπίτια των μεγαλύτερων.

Όταν ακουστεί ο Ζαλιστός, η Μπούλα θα βγει στο παράθυρο ή στο μπαλκόνι του σπιτιού να χαιρετίσει το μπουλούκι που έρχεται να την πάρει. Ανοίγει ψηλά τα χέρια και χαιρετά κουνώντας το στήθος δεξιά-αριστερά, ώστε να κουδουνίζουν τα νομίσματα που έχει κρεμασμένα στο στήθος. Στη συνέχεια ο νέος παίρνοντας χέρι και πηδώντας στα δύο του πόδια, χαιρετά όλους τους ανθρώπους του σπιτιού καθώς και όσους τον βοήθησαν στο ντύσιμο.
Φτάνοντας στην εξώπορτα του σπιτιού, κάνει τρεις φορές το σταυρό του και στη συνέχεια χαιρε­τά όλους όσοι ήρθαν να τον πάρουν. Ύστερα, πια­σμένοι δυο-δυο με τα όργανα να παίζουν το Ζαλιστό, ξεκινούν να πάρουν την επόμενη Μπούλα.

Η νύφη-Μπούλα ετοιμάζεται κι αυτή τελετουργικά από την οικογένεια του άνδρα που θα την υποδυθεί. Είναι ένας ρόλος που πρέπει να παιχθεί με τρόπο σοβαρό και υπερήφανο. Η νύφη-Μπούλα θα φιλήσει τα χέρια όλων των ανθρώπων του σπιτιού της και στη συνέχεια όλου του μπουλουκιού, των οργανοπαικτών και όλων όσοι παρευρίσκονται εκεί την ώρα που θα την πάρουν.
Αφού βάλουν δυο Μπούλες μια νύφη-Μπούλα στη μέση, συνεχίζουν να μαζεύουν από τα σπίτια και τα υπόλοιπα μέλη του μπουλουκιού. Πρώτα μαζεύουν τους νέους, μετά τους παλιούς και τελευταίο όλων τον αρχηγό.

Σιγά σιγά σχηματίζεται μια πομπή που έχει την εξής διάταξη. Προηγούνται τα πιο μικρά αγόρια που δεν φορούν πρόσωπο και ακολου­θούν τα μεγαλύτερα. Μετά τοποθετούνται οι νεότερες Μπούλες, στη μέση πε­ρίπου αυτές που κρατούν τη νύφη-Μπούλα και τελευταίες οι παλιότερες Μπούλες και ο αρχηγός του μπουλουκιού. Ακριβώς πίσω από τον αρχηγό ακολουθούν οι οργανοπαίκτες, για να παίρνουν εντολές ως προς το ρεπερτόριο.

Το χορευτικό ρεπερτόριο : Για τους πρωταγωνιστές του εθίμου το χορευτικό ρεπερτόριο είναι ο Συγκαθιστός, η Παπαδιά, η Παλιά Παπαδιά, ο Νταβέλης, ο Σωτήρης, ο Νιζάμικος, ο Μελικές, ο Μουσταμπέϊκος, το Σαρανταπέντε, η Σούδα, η Μακρινίτσα και φυσικά η Πατινάδα.
Σε όλους αυτούς τους κατεξοχήν ανδρικούς χορούς, η νύφη-Μπούλα συμμετέχει ελάχιστα. Κινείται συμβολικά μαζί με τις άλλες Μπούλες, αλλά το δικό της χορευτικό ρεπερτόριο αποτελούν οι χοροί Μακρινίτσα και Σούδα.
Αν από τα μικρά αγόρια που συνοδεύουν το μπουλούκι, κάποιο μπορεί να τα καταφέ­ρει καλά στο χορό, μετά από επιθυμία των γονιών του (που ακολουθούν το μπουλούκι), ο αρχηγός θα ορίσει πότε και σε ποιο σημείο θα μπει πρώτος στον κύκλο και θα χορέ­ψει ως πρωτοσυρτής, ενώ όλοι θα τον σεβαστούν σαν μεγάλο.

Το δρομολόγιο : Αφού τελειώσει το μάζεμα του μπουλουκιού, όλοι μαζί ξεκινούν για το Δημαρχείο, το Κονάκι του Μουντίρη στα χρόνια της τουρκοκρατίας και υπολογίζουν να φθάσουν εκεί κοντά στο μεσημέρι.
Στις δώδεκα περίπου συγκεντρώνονται στο Δημαρχείο. Εδώ είναι μαζεμένη όλη η Νάουσα. Όλοι περιμένουν να δουν τις Μπούλες.
Η χορευτική δράση του μπουλουκιού ξεκινούσε μετά την επίσκεψη στο κονάκι του άρχοντα της πόλης, από τον οποίο έπρεπε να δοθεί στον αρχηγό του μπουλουκιού άδεια για την τέλεση του εθίμου. Σήμερα όλα τα μπουλούκια θα επισκεφθούν το Δημαρχείο και μετά θα αρχίσουν τη χορευτική τους πορεία μέσα στους δρόμους της Νάουσας.

Αμέσως μόλις η ομάδα φθάσει στην πλατεία και ο αρχηγός πάει να δώσει τα "διαπιστευτήρια" του μπουλουκιού του στο Δήμαρχο, αρχίζει και η χορευτική δράση του μπουλουκιού. Ο ζουρνάς παίζει το Ζαλιστό, οι Μπούλες, που είναι ζευγάρια, γέρνουν το κορμί τους πίσω και τινάζονται αγέρωχα. Ένας από κάθε ζεύγος βοηθούμενος από το σύντρο­φό του που τον κρατά πίσω στην πλάτη, κάνει μια υπερέκταση προς τα πίσω χτυπώντας υπερήφανα με νευρικές κινήσεις τα νομίσματα του στή­θους του, σε αντίθεση με τη νύφη-Μπούλα που κάνει τεμενάδες, προσκυνώ­ντας ως το χώμα.
Την περίοδο της τουρκοκρατίας, την ίδια ώρα ανέβαιναν στο Κονάκι ένας - δύο φιλήσυχοι Ναουσαίοι ντυμένοι Μπούλες, οι οποίοι έβγαζαν τον πρόσωπο για να τους δει ο Τούρκος Μουντίρης και να’ ναι ήσυχος ότι δεν είναι αντάρτες. Αυτοί, θα βεβαίωναν τον Τούρκο άρχοντα ότι όλοι οι άντρες του μπουλουκιού είναι φιλήσυχοι Ναουσαίοι πολίτες και ότι είναι δύσκολο να βγάλουν τις προσωπίδες, γιατί χαλά το περίπλοκο δέσιμό τους. Πολλές φορές όμως, κάτω από τις προσωπίδες κρύβονταν επαναστάτες που κατέβαιναν από το Βέρμιο, για να γιορτάσουν και αυτοί λίγο πιο ξένοιαστα τις μέρες της Αποκριάς ή να συγκεντρώσουν τρόφιμα και χρήματα για τον αγώνα της λευτεριάς.

Ο δήμαρχος, ο πρώτος άρχοντας του τόπου, δίνει την άδεια, και τότε ο ζουρνάς θα παίξει το "Κάτω στη Ρόιδο", χορό που χορεύεται από τις Μπούλες ως συγκαθιστός με το μαντήλι που έχουν ραμμένο στο χέρι (η ίδια μελωδία στο Ναουσαίικο γάμο χορευόταν ως συγκαθιστός και ήταν ο πρώτος χορός του γαμήλιου γλεντιού).
Ακολουθεί ο θούριος του Ρήγα "Ως πότε παλικάρια θα ζούμε στα στενά" και σ’ αυτή την πατινάδα βγαίνουν οι πάλες από τις θήκες τους.
Μετά το «Ως πότε παλικάρια» ακολουθεί ο χορός Παπαδιά, συνήθως από τον αρχηγό του Μπουλουκιού. Ακολουθεί η Μακρινίτσα, ο χορός της Νύφης, του δεύτερου πρωταγωνιστή της τελετουργίας, η οποία θα τον σύρει με σοβαρότητα και μεγαλοπρέπεια όπως αρμόζει σε ένα χορό που είναι μοιρολόγι και φόρος τιμής σε μία από τις ενδοξότερες σελίδες της Ελληνικής Ιστορίας, το ολοκαύτωμα και την ολοσχερή καταστροφή της Νάουσας το 1822 από τους Τούρκους. Θα ακολουθήσουν ο Νιζάμικος, το Σαρανταπέντε, ο Μελικές και ίσως η Σούδα ή ο Μουσταμπέϊκος που μπορούν να χορευτούν και από μικρά παιδιά.
Αμέσως μετά τους χορούς στο Δημαρχείο, οι Μπούλες κινούνται με την πατινάδα, «Ως πότε παλικάρια», για τον πρώτο μαχαλά, όπου θα γίνει η στάση για τους χορούς, για το τριόδι του Λάμνια.

Οι Μπούλες χαιρετούν κάθε γνωστό που συναντάνε, παίρνοντας χειραψία και πηδώντας τρεις φορές στα δυό τους πόδια. Φτάνοντας στο τριόδι, οι ζουρνατζήδες θα παίξουν την πατινάδα του Σανιδά. Μετά το τριόδι περνώντας από το στενό τού Χρηστίδη, στη σημερινή λαϊκή αγορά, βγαίνουν στα Καμμένα με την πατινάδα της Χοντροσούγκλας. Στα Καμμένα γίνεται άλλη στάση για χορό. Σ' αυτή τη γειτονιά ήταν παλιά όλα τα πλουσιόσπιτα της Νάουσας. Οι Μπούλες θα χορέψουν πάλι αρκε­τούς από τους χορούς του ρεπερτορίου τους και ο αρχηγός του μπουλουκιού θα ορίσει ποιοι και με ποια σειρά θα σύρουν τους χορούς.
Στη συνέχεια το μπουλούκι θα προχωρήσει για τη συνοικία της Πουλιάνας. Αφού χορέψουν και εκεί, η επόμενη στάση είναι στη συνοικία Μπατάνια, όπου πηγαίνουν χορεύοντας την πατινάδα «Του Υψηλάντη».
Βγαίνοντας και πάλι στα Καμμένα και από τη Βασιλέως Κωνσταντίνου χορεύοντας την πατινάδα, «Ο Μίλης ο περήφανος», θα πάνε στο Κιόσκι. Εδώ περιμένουν πολλοί Ναουσαίοι για να θαυμάσουν και να κρίνουν τους καλύτερους χορευτές.

Φεύγοντας από το κιόσκι με την πατινάδα «Καμπάνα», κατευθύνονται στον Αϊ Γιώργη όπου θα στηθεί και πάλι χορός από τα μέλη του μπουλουκιού που είναι από αυτή τη συνοικία.

Μετά, θα πάρουν το δρόμο για τον Άγιο Μηνά και από κει στο τριόδι του Μαγγαβέλα, δίπλα στην Παναγιά. Από του Μαγγαβέλα και πέρα, οι οργανοπαίκτες παίζοντας την πατινάδα «Κατέβα Λένκω» πηγαίνουν για τη συνοικία Αλώνια όπου θα γίνει μεγάλο γλέντι.

Φτάνοντας στα Αλώνια με την πατινάδα «της Μαρίας» αρχίζει πια να νυχτώνει! Σ' αυτή τη γειτονιά θα βγάλουν τις προσωπίδες όλοι όσοι κάθονται εδώ κοντά, ή έχουν κάποιο συγγενικό τους σπίτι. Εδώ, χωρίς προσωπίδες πλέον, θα μπορέσουν να φάνε κάτι και να πιούν, απ’ αυτά που τους έχουν ετοιμάσει όλα τα γειτονικά σπίτια. Πρέπει να σημειω­θεί πως ως τώρα (τα παλιότερα χρόνια) έπιναν νερό με ένα ειδικό καλα­μάκι και το κάπνισμα γινόταν επίσης με ειδικό τσιμπούκι, που χωρά μέσα από το μικρό στόμα του προσωπείου αφού δεν ήταν δυνατό να το βγάλει ο χορευτής όλη μέρα. Όσο το μπουλούκι βρίσκεται σε πορεία και φορά τις προσωπίδες, κανείς από τους θεατές δεν επιτρέπεται να χορέψει μαζί τους, ούτε φυσικά να σύρει το χορό. Από τη στιγμή όμως που οι Μπούλες βγάλουν τον πρόσωπο στ’ Αλώνια, μπορούν να πάρουν μέρος στο χορό και πολίτες ή παλιές Μπούλες που μένουν σ’ αυτή τη γειτονιά.

Μετά το μεγάλο γλέντι στα Αλώνια παίρνοντας το δρόμο για τα Γαλάκεια, οι ζουρνάδες παίζουν την πατινάδα «Δε σ’ άριζαν τα’ Αλώνια Νταηλιάνα».
Οι Μπούλες με την πατινάδα της Χοντροσούγκλας, αφού περάσουν το Στραβό Πλάτανο και το τριόδι του Λάτση και του Λάμνια, θα βγουν στα Καμμένα, όπου θα στήσουν και τον τελευταίο τους χορό. Τώρα θα βγάλουν τις προσωπίδες όσοι μένουν σ’ αυτή τη μεριά της πόλης.
Εδώ χορεύουν οι παλιές Μπούλες καθώς και όσοι από τον κόσμο θέλουν να χορέψουν. Στα Καμμένα πια αρχίζει να διαλύεται το μπουλούκι, όσες Μπούλες έχουν κουραστεί φεύγουν για τα σπίτια τους, ενώ άλλες συνεχίζουν το γλέντι στα σπίτια που τους καλούν μερακλήδες Ναουσαίοι. Ο χορός δεν είναι πια τελετουργικός, έχει πλέον μετατραπεί σε λαϊκό πανηγύρι.
Το πρωί όλα τα μέλη του μπουλουκιού και ο κόσμος, κουρασμένοι από τον πολύ χορό θα χωρίσουν πηγαί­νοντας για τα σπίτια τους. Παλαιότερα, όταν επέστρεφαν αργά στο σπίτι τους, κοιμόνταν ντυμένοι σε μια καρέκλα ή στο στρώμα, τυλιγμένοι σ' ένα καθαρό σεντόνι, έτσι ώστε την επόμενη μέρα να είναι έτοιμοι και να μη χρειάζεται να ξαναντυθούν.

Δευτέρα της Αποκριάς.

Τη Δευτέρα το πρωί χωρίς να φορούν τον πρόσωπο, μαζεύονται όλοι στο σπίτι του αρχηγού. Εδώ θα έρ­θουν και οι οργανοπαίκτες και τα μικρά παιδιά του μπουλουκιού. Τη μέρα αυτή το πρόγραμμα δεν είναι τελετουργικό. Εδώ θα γίνει ένα μι­κρό οικογενειακό γλέντι με τους συγγενείς και φίλους του αρχηγού. Μετά θα πάνε με πατινάδα στο Κονάκι (Δημαρχείο), θα χορέψουν λίγο και στη συνέχεια θα επισκεφτούν τα σπίτια των μελών του μπουλουκιού που τους έχουν καλεσμένους, για γλέντι με χορό, μεζέδες και κρασί.
Σήμερα το δρομολόγιο δεν είναι καθορισμένο και είναι ημέρα γλεντιού. Σε κάθε σπίτι τους περιμένει τραπέζι με πλούσιους μεζέδες και κρασί. Το μουσικό και χορευτικό ρεπερτόριο αυτή τη μέρα δεν έχει την αυστηρότητα της προηγουμένης και εκτός από τους χορούς του εθίμου, ο ζουρνάς παίζει και σύγχρονες μελωδίες ή και μελωδίες των χωριών της Νάουσας, εάν η οικογένεια έχει καταγωγή από κάποιο χωριό.
Το βράδυ όλα τα μέλη του μπουλουκιού, κατακουρασμένα από τους εξαντλητικούς χορούς των δύο ημερών, αφού πάλι πάρουν χέρι μεταξύ τους θα γυρίσουν στα σπίτια τους.

Δεύτερη Κυριακή, της Τυρινής.

Την επόμενη Κυριακή, της Τυρινής, επαναλαμβάνεται το έθιμο ακριβώς όπως και την Κυριακή της Απόκρεω.

Καθαρά Δευτέρα.

Την Καθαρά Δευτέρα το πρωί ξαναμαζεύονται στου αρχηγού. Το δρομολό­γιο, όμως, αυτή τη φορά, είναι το καθιερωμένο.
Το βράδυ, το τελευταίο γλέντι θα γίνει και πάλι στα Καμμένα και κάποια στιγμή θα φθάσει η ώρα του χωρισμού. Αφού όλες οι Μπούλες κάνουν ένα κύκλο, θα βάλουν τον οργανοπαίκτη στη μέση, θα τον χτυπή­σουν συμβολικά με την πλατιά πλευρά της πάλας στο κεφάλι και, σηκώνοντάς τον, θα φωνάξουν «Πάντα άξιος, και του χρόνου».

Κυριακή της Ορθοδοξίας

Μια εβδομάδα μετά, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, οι Μπούλες χωρίς προσωπίδες θα πάνε στο Σπήλιο, τοπο­θεσία όπου βρίσκεται το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Θόδωρου. Εκεί θα χορευτούν πάλι οι ίδιοι χοροί από το γνωστό ρεπερτόριο του εθίμου και θα γίνει με­γάλο γλέντι με τη συμμετοχή όλης της Νάουσας.



Βιβλιογραφία
1. Αγοραστός Δημήτρης, «Οι Μπούλες πριν εξήντα χρόνια» περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 6, έτος 1979.
2. Αποστόλου Στέργιος, Οι Γενίτσαροι του τουρκικού στρατού και οι Μπούλες του Ναουσαίϊκου αποκριάτικου εθίμου, Έρευνα σε αλβανικές πηγές, Σύμμεικτα τ. Α΄ Μακεδονικές Μελέτες, Νάουσα, 1992.
3. Βαλσαμίδης Μανώλη, Οι ρυθμοί των τραγουδιών του δρώμενου «Μπούλες της Νάουσας», Νάουσα 2004.
4. Βαλσαμίδης Μανώλης, Οι Μπούλες της Νιάουστας, Σεμινάριο Μελίκης 2003.
5. Γαβριηλίδης Θωμάς, Γιανύτσαρος και Μπούλα (η ιστορία των ονομάτων), περιοδικό Νιάουστα τ.70-71.
6. Γκούτας Φ. Αχιλλέας, Η Νάουσα στον 19ο αιώνα, Θεσσαλονίκη 1999.
7. Δεινόπουλος Πέτρος, «Γενίτσαροι και Μπούλες στη Νάουσα και στα Λεχαινά», περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 73, έτος 1995.
8. Δεινόπουλος Πέτρος, «Γενίτσαροι και Μπούλες υπάρχουν και στην Ηλεία», εφημερίδα Φωνή Ναούσης, 17/2/1996.
9. Δημητριάδης Δημήτριος, «Το καρναβάλι στην παλαιά Νάουσα», Φωνή Ναούσης 13/3/1955.
10. Δημητριάδης Δημήτριος, «Το καρναβάλι της Ναούσης άλλοτε και σήμερα», Φωνή Ναούσης 27/2/1955.
11. Δρανδράκης Λ., Ο αυτοσχεδιασμός στον Ελληνικό δημοτικό χορό, Αθήνα 1993.
12. Ένθετο από το CD του Λυκείου Ελληνίδων Αθηνών, «ΜΠΟΥΛΕΣ» ΝΑΟΥΣΑ ΗΜΑΘΙΑΣ.
13. Ζιώτας Μ. Θεόδωρος. Οι Μπούλες της Νάουσας, Νάουσα 2003.
14. Κουτσογιαννοπούλου-Ψωμά Ελένη, Λαογραφικά Βεροίας και περιοχής, Βέροια 1982.
15. Λύκειο των Ελληνίδων Βέροιας, ΗΜΑΘΙΑ ΕΡΑΤΕΙΝΗ, Βέροια 2003.
16. Λύκειο των Ελληνίδων Νάουσας, Οι παραδοσιακές φορεσιές και τα τραγούδια της Νάουσας, Νάουσα 2005.
17. Μελίκης Γιώργης, Ένθετο από το CD Ζουρνάδες και νταούλια, σελ.5.
18. Μπάϊτσης Τάκης, Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας, Θεσσαλονίκη 2001
19. Νίκου Κ., Αποκριάτικο άλμπουμ με αναμνήσεις του Τρυφ. Χατζητρύφων, περ. Νιάουστα, τ.2, σελ.20.
20. Σαμαρά Χ. Θάλεια, Μπούλιες, Στον Μακεδονικό Αγώνα, ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, Θεσσαλονίκη 1969.
21. Σπάρτσης Νικόλαος, Αντέτχια στη Νιάουστα, Νάουσα 2003.
22. Στουγιανάκης Ευστάθιος, Ιστορία της πόλεως Ναούσης, Εν Εδέσση 1924.
23. Χωνός Σταύρος, «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΥ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΗΣ», εφημερίδα «Νάουσα» 4/3/1928, γράφει με το ψευδώνυμο ΑΜΕΡΟΛΗΠΤΟΣ.


Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2008

Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΘΙΜΟΥ ΜΠΟΥΛΕΣ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ




Ζάλιος Χ., «Η ονομασία του εθίμου Μπούλες της Νάουσας», Πολιτιστικά Δρώμενα, 43, σελ. 27-31, Βέροια 2007.

Οι Μπούλες είναι παλαιότατο αποκριάτικο έθιμο της Νάουσας. Δύσκολα μπορούμε σήμερα να βρούμε τις ρίζες του, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα από τα έθιμά μας. Όμως όλα τα στοιχεία του μας οδηγούν σε παλαιούς χρόνους.
Στο αποκριάτικο αυτό έθιμό μας, έχει δοθεί πολύ πετυχημένα ο ορισμός χορευτικό δρώμενο, γιατί η δράση των ανθρώπων που συμμετέχουν στην τέλεσή του είναι δράση χορευτική και χωρίς αυτήν η τέλεση του εθίμου είναι αδύνατη.
Τα κυριότερα στοιχεία του εθίμου που μας μεταφέρονται από μία πολύ αυστηρή προφορική παράδοση είναι:
  • Η συγκρότη­ση του μπουλουκιού, που προϋποθέτει την αυστηρή αποδοχή και τήρηση ορισμένων κανόνων τέλεσης του εθίμου για συμμετοχή σ' αυτό.
  • Το φύλο των τελεστών είναι μόνο νέοι άνδρες
  • Τη γυναικεία μορφή (νύφη-μπούλα) την υποδύεται πάντα άνδρας.
  • Η ένδυση, η μεταμφίεση και η συμπεριφορά των τελεστών διέπονται από πατροπαράδοτους κανόνες.
  • Τα μουσικά όργανα, οι χοροί, το δρομολόγιο, είναι προκαθορισμένα από το τελετουργικό, που ακολουθείται αναλλοίωτο στο πέρασμα των χρόνων.

Μπουλούκι από Μπούλες με το ζουρνατζή Μήτρο Χαϊβάνο το 1911.

Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και πιθανότατα έχει σχέση με τελετές φυλετικής μύησης όπως η τελετή ενηλικίωσης κατά την οποία ο νέος, ντυμένος με γυναικεία ρούχα και οδηγούμενος από ανύπανδρους άντρες της φυλής, θα μυηθεί με τη σειρά του στα μυστικά της, θα αποβάλλει τη γυναικεία ενδυμασία και θα μεταμορφωθεί σε άνδρας.
Σήμερα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στη μακραίωνη ιστορία του το έθιμο μεταπλάθει και παράλλη­λα ενσωματώνει στα επί μέρους στοιχεία του, την τοπική παράδοση, τους μύ­θους, τους θρύλους, τα τραγούδια και τους ηρωικούς αγώνες της Νάουσας.
Οι τελεστές ήταν και είναι πάντα νέοι άνδρες. Ο αριθμός τους τα παλαιότερα χρόνια φαίνεται να ήταν από έξι μέχρι δώδεκα, ενώ σήμερα μπορεί να συμμετέ­χουν και περισσότεροι. Στο μπουλούκι, από πολύ παλιά έπαιρναν μέρος και μικρά αγόρια.
Όσον αφορά την προέλευση της ονομασίας του εθίμου, η κυρίαρχη ονομασία που χαρακτηρίζει το μπουλούκι είναι Μπούλες, ενώ αυτή που χαρακτηρίζει το άτομο που συμμετέχει στο μπουλούκι κατ’ άλλους είναι Μπούλα και κατ’ άλλους Γενίτσαρος.
Ας δούμε όμως τις γραπτές αναφορές που υπάρχουν αναφορικά με την ονομασία του εθίμου.
Ο ιστορικός της Νάουσας Ε. Στουγιαννάκης στο βιβλίο του Ιστορία της πόλεως Ναούσης, σελ. 54, Εν Εδέσση 1924, αναφέρει μόνο την ύπαρξη γενιτσαρικών και κλέφτικων ομίλων χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνιση. Παραθέτω ακριβώς το απόσπασμα που αναφέρεται στους Ναουσαίους : «Δια δε τον ελληνισμόν των επιχειρήματα θα ήσαν: πρώτιστον πάντων ή κρατούσα ελληνική γλώσσα, το ελληνικόν εθνικόν συναίσθημα, τα ήθη, τα έθιμα και αι έλληνικαί παραδόσεις, αι κατά τας απόκρεως συνήθειαι των γενιτσαρικών και κλέφτικων ομίλων, τα ελληνικά τοπωνύμια».
Για την προέλευση της ονομασίας Μπούλα ο Θεόδωρος Ζιώτας στο βιβλίο του «Μπούλες της Νάουσας» μας παραθέτει τις εξής ερμηνείες :
  1. Η λατινική λέξη «Bulla» (Μπούλα) εκτός των άλλων σημαίνει και α) ομφαλωτό κόσμημα ζωνών και θυρών, β) περιδέραιο, το οποίο φορούσαν οι Ρωμαίοι στα αγοράκια τους σαν στολίδι. Επειδή η φορεσιά της ναουσαίϊκης Μπούλας είναι γεμάτη από ποικιλόμορφα κοσμήματα, βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι «Μπούλα» σημαίνει αυτός που φέρει στη στολή του διάφορα κοσμήματα (ασημικά, χρυσαφικά κλπ.).
  2. Στην Ήπειρο, ειδικότερα στη Θεσπρωτία, απαντά εν χρήσει το ρήμα «Μπουλώνω» το οποίο σημαίνει «καλύπτω», «σκεπάζω». Μπούλωμα, λοιπόν, είναι το «σκέπασμα», το «κάλυμμα» και βεβαίως, το «προσωπείο» ή οτιδήποτε άλλο καλύπτει μέρος ή ολόκληρο το πρόσωπο. Κατά τα προαναφερθέντα η λέξη «Μπούλα» σχετίζεται άμεσα εννοιολογικά με τα ποικιλόμορφα κοσμήματα και με το «προσωπείο» ή οτιδήποτε άλλο καλύπτει το πρόσωπο, στοιχεία που χαρακτηρίζουν έντονα τις Μπούλες της Νάουσας.
Όταν λοιπόν οι Ναουσαίοι λένε «έρχονται οι Μπούλες» ακριβολογούν γιατί εννοούν ότι έρχονται αυτοί που φορούν προσωπεία και που φέρουν πάνω τους ποικιλόμορφα κοσμήματα.
Η λέξη γενίτσαρος είναι μεταγενέστερη και σίγουρα δεν είναι αυτή που χαρακτηρίζει το έθιμο. Πάντα στη Νάουσα ακουγόταν και θα ακούγεται όταν περνά το μπουλούκι των τελεστών του εθίμου, «έρχονται οι Μπούλες», «περνάνε οι Μπούλες», «θα πάμε να δούμε τις Μπούλες» και ποτέ δεν ακούστηκε η φράση, περνάνε οι γενίτσαροι, πάμε να δούμε τους γενίτσαρους.
Ο Στέργιος Αποστόλου, ιστορικός της Νάουσας, στο βιβλίο του (Σύμμεικτα τ. Α΄ ) συνηγορεί στο ότι η ονομασία του εθίμου πρέπει να επανεκτιμηθεί και μάλλον να περιοριστεί στο Μπούλες διότι το γενίτσαρος φαίνεται να μην έχει καμία σχέση με το έθιμο.
Ο ερευνητής και συγγραφέας της Νάουσας Μανώλης Βαλσαμίδης σε όλα τα βιβλία και τα συγγράμματά του είναι υπέρμαχος του όρου Μπούλες και απορρίπτει εντελώς τον όρο γενίτσαρος θεωρώντας τον άσχετο με το έθιμο.
Ο συγγραφέας Θωμάς Γαβριηλίδης στο άρθρο του «Γυανίτσαρος και Μπούλα» στο περιοδικό Νιάουστα (τ.71, 1995) κάνει μια ενδιαφέρουσα αναφορά για την προέλευση του εθίμου από τα αρχαία ελληνικά μακεδονικά έθιμα. Πιθανολογεί ότι το έθιμο είναι αναπαράσταση του γάμου του Διόνυσου με τη Βασίλινα, τη γυναίκα του εκάστοτε βασιλιά. Αφού αναφέρεται στο έθιμο με την ονομασία Μπούλες στη συνέχεια διαχωρίζει τα ονόματα του αρχηγού του μπουλουκιού και της νύφης-Μπούλας σε Γιανύτσαρος και Μπούλα.
Σε μια προσπάθεια να μας απαλλάξει από την αρνητική έννοια του «γενίτσαρος», βασιζόμενος σε μια υπόθεσή του το μετατρέπει σε Γιανύτσαρος παραπέμποντας στο Διόνυσο (Διόνυσος, Γιάνουσος, Γιάνυτσος, Γιανύτσαρος και τα μέλη του μπουλουκιού Γιανυτσάρια, Γιανυτσαραίοι ως ακόλουθοι του Γιανύτσαρου, Γιάνυτσου-Διόνυσου). Του διαφεύγει όμως ότι ο όρος γενίτσαρος και γενίτσαροι χρησιμοποιήθηκε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας όπως τα Λεχαινά, η Τζιά, η Πάτρα κ.α.
Την εκδοχή αυτή ασπάζεται και ο Τάκης Μπάϊτσης και τιτλοφορεί το βιβλίο του «Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας».
Στο ιστορικό λεξικό της νέας ελληνικής που εκδόθηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1980, υπάρχουν πολλά παραδείγματα που συνηγορούν στο ότι οι λέξεις γενίτσαρος και γιανίτσαρος είναι συνώνυμες και η διαφορά τους είναι θέμα τοπικής ντοπιολαλιάς.
Ας προσπαθήσουμε όμως να διερευνήσουμε γιατί προστέθηκε στο έθιμο και η λέξη γενίτσαρος.
Ο δάσκαλος Δημητριάδης Δημ. σε άρθρο του στη φωνή Ναούσης στις 27-2-1955 γράφει ότι η ονομασία γενίτσαρος μπήκε για να ξεγελά τους Τούρκους. Απλοϊκή ερμηνεία αλλά ίσως όχι και τόσο απίθανη, τουλάχιστον εν μέρη.
Η λέξη γενίτσαρος σίγουρα στο πέρασμα των αιώνων απόκτησε κατά περιόδους διαφορετικές έννοιες. Υπήρχαν περίοδοι που η λέξη γενίτσαρος ήταν συνώνυμο του άγριος, βάρβαρος, σκληρός, απάνθρω­πος κλπ. (ΥΠΕΡΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Εκδόσεις Παγουλάτου, Αθήνα).
Στο Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής, που εκδόθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, η ερμηνεία που δίνεται στις λέξεις γενιτσαρισμός και γενιτσαριά, είναι: Αυθαιρεσία, πράξις σκληρά ή συμπεριφορά αυθάδης και παράνομος, αρμόζουσα εις γενιτσάρους.
Ο Ιω. Ψύλλας μας δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή όσον αφορά το γιατί αποκαλούσαν τους Έλληνες της μεσαίας τάξης στη Τζια του ΙΗ΄ αιώνα, γενίτσαρους. Στο βιβλίο του Ιστορία της νήσου Κέας, Εν Αθήναις 1921, περιγράφοντας την ενδυμασία των κατοίκων της Τζιάς κατά τον ΙΗ΄ αιώνα ανάλογα με την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκαν, μας λέει για τη μεσαία τάξη : «Οι άνθρωποι της μεσαίας τάξης ονομάζονταν μαυροβρακάτοι και γενίτσαροι επειδή φορούσαν μαύρα βρακιά και επειδή διέπρατταν αυθαιρεσίες».
Ας σταθούμε σ’ αυτό το τελευταίο, τις αυθαιρεσίες. Ο γενίτσαρος πράγματι ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε μέσα στην αυθαιρεσία. Οι ξένοι περιηγητές που επισκέπτονταν την Ελλάδα το 17ο και 18ο αιώνα, για να είναι πάντα ασφαλείς στην τουρκική επικράτεια έπαιρναν ως σωματοφύλακα από τις τουρκικές αρχές ένα γενίτσαρο. Αυτός τους προστάτευε από τους ληστές και ήταν υπεύθυνος να τους βρει κατάλυμα και τροφή. Έμπαινε σε όποιο σπίτι Έλληνα ήθελε και απαιτούσε φιλοξενία με το ζόρι και δωρεάν. Μπορούσε χωρίς να πληρώσει να πάρει το άλογο ενός χωρικού άσχετα αν ο νόμος το απαγόρευε και να μη δώσει λόγο σε κανένα. Αυτές και πολλές άλλες αυθαιρεσίες ήταν κοινό γνώρισμα των γενιτσάρων.
Ας δούμε τώρα εάν το έθιμό μας οι Μπούλες έχει σχέση με αυθαιρεσίες. Την περίοδο της τουρκοκρατίας όταν άρχιζε να βραδιάζει απαγορευόταν στους Έλληνες να κυκλοφορούν χωρίς φανάρι. Αν τους συναντούσε Τούρκος στο δρόμο το λιγότερο που θα πάθαιναν ήταν ένας άγριος ξυλοδαρμός. Αυτό βέβαια στην προεπαναστατική Νάουσα δεν ίσχυε τόσο λόγω των προνομίων που είχε αποκτήσει. Στα μάτια όμως των Τούρκων της Βέροιας και της γύρω περιοχής δεν έπαυε να είναι ένα αγκάθι. Μετά το 1822 σίγουρα είχαν αλλάξει τα πράγματα και μέσα στη Νάουσα, καθώς εγκαταστάθηκαν και Τούρκοι.
Αυθαιρεσία πρώτη. Οι Μπούλες φορώντας την κλεφταρματολική ενδυμασία περιφέρονταν όλη τη νύχτα χορεύοντας μέχρι το ξημέρωμα χωρίς φανάρια.
Αυθαιρεσία δεύτερη η προσωπίδα, που εμπόδιζε τους Τούρκους να ελέγχουν ποιοι είναι οι μασκαρεμένοι.
Αυθαιρεσία Τρίτη, η ενδυμασία του εθίμου.
Η ενδυμασία των τελεστών του εθίμου δηλαδή η κοντή φουστανέλα, το γιλέκι το μεϊτάνι, το σελιάχι, οι τοκάδες τα κιουστέκια, τα χαϊμαλιά, παραπέμπουν στη φορεσιά των κλεφταρματολών της Ρούμελης. Στην περιγραφή που κάνει ο λόγιος Κων/νος Ζήσιος της φορεσιάς των κλεφταρματωλών της Ρούμελης στο βιβλίο του «Νικοτσάρας, Εν Αθήναις 1889» οι ομοιότητες είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς.
Ο ιστορικός της Νάουσας Στουγιαννάκης αναφέρεται σε γενιτσαρικούς και κλέφτικους ομίλους. Είναι όμως πολύ πιθανόν, λέγοντας κλέφτικους ομίλους να αναφέρεται στις Μπούλες λόγω της ενδυμασίας που παραπέμπει στην κλεφταρματολική και με το γενιτσαρικούς ομίλους να εννοεί τα «τουρκάκια» ή και κάποιο μπουλούκι ντυμένο με γενιτσαρικές στολές πράγμα που συνηθίζονταν τις αποκριές.
Παρέα Ναουσαίων ντυμένοι Τουρκάκια. Αποκριές στη δεκαετία του 1920.
Η πιο γοητευτική για τους Έλληνες αποκριάτικη εκδήλωση ήταν να μασκαρεύονται σε βοεβόδες, γενίτσαρους, μπέηδες, καδήδες και άλλους Τούρκους αξιωματούχους και να παρελαύνουν στους δρόμους με τους ακολούθους τους ντυμένους επίσης τούρκικα. Ειδικά στη Νάουσα μέχρι και τη δεκαετία του 1930 τις αποκριές ντύνονταν «Τουρκάκια».
Άλλωστε κλέφτικους ομίλους με την αρματολική ενδυμασία που φορούν οι Μπούλες της Νάουσας (εάν αφαιρέσουμε την προσωπίδα και το ταράμπουλο), αναφέρει στη διπλανή μας Βέροια και ο ιστορικός της Αναστάσιος Χριστοδούλου.
Σε απόσπασμά του για το καρναβάλι της Βέροιας διαβάζουμε:
«Ή Βέροια έφημίζετο πάντοτε για τα εξαιρετικά καρναβάλια πού πα­ρουσίαζε κάθε χρόνο τις αποκριές, ιδίως κατά τους χρόνους της δου­λείας, κατά τους οποίους οι Βεργιώτες ξεφάντωναν στις Εθνικές εκδηλώσεις μέχρι παρεξηγήσεως. Παρέες διάφορες ντυμένοι με την δοξασμένη του αρμα­τολού φουστανέλα και τα επακόλουθα εξαρτήματα, πισλιά, τσαρούχια, σιάπκα, κάλτσες, βουδέτες και άφθονα ασημικά, περιέτρεχον την πόλη χορεύοντας και τραγουδώντας Εθνικά άσματα. Τους αρματολούς και κλέφτες, τους οποίους εμείς αποκαλούσαμε «Καπεταναραίους», συνόδευαν όργανα εγχώρια. Οι οργανοπαίκτες καίτοι Τουρκόγιουφτοι, γνώριζαν εν τούτοις και τα Εθνικά μας τραγούδια, τα οποία ακούγονταν ευχάριστα όταν τα έπαιζαν».
(Χριστοδούλου Εμμ. Αναστάσιος, Η Ιστορία της Βέροιας, σελ. 105, Μάρτιος 1960).
Για να αντιληφθούμε καλύτερα τη σημασία που είχε εκείνα τα χρόνια η ενδυμασία παραθέτω τα εξής : Φιρμάνι του 1806 καθόρισε με αυστηρότητα την ενδυμασία των ραγιάδων। Τους χώριζε σε τρεις τάξεις, κάθε τάξη είχε και τη δικιά της φορεσιά. Όσοι ανήκαν στην τρίτη τάξη δεν είχαν δικαίωμα να φορούν παπούτσια και κάλτσες, εκτός αν μετατάσσονταν στη δεύτερη πληρώνοντας ετήσιο φόρο 75 ή 100 γρόσια. Εκατό χρόνια πριν, το 1703, απαγορευόταν με φιρμάνι στους Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους σε όλη την επικράτεια να φορούν χρωματιστά ρούχα και κίτρινα παπούτσια καθώς και γούνες από κουνάβι, σαμούρι, ερμίνα, αστραχάν κλπ.
Για όσους έχουν την περιέργεια να δουν πως ήταν η φορεσιά των πραγματικών γενίτσαρων του τούρκικου στρατού, παρουσιάζω παρακάτω και μερικές φωτογραφίες γενιτσάρων.


Και τέταρτη και πιο σοβαρή από όλες τις αυθαιρεσίες που παρουσίαζε το έθιμο ήταν η Πάλα, το γιαταγάνι. Οι Μπούλες γυρνούσαν στους δρόμους χορεύοντας οπλισμένοι.
Ο δάσκαλος και λόγιος της Νάουσας Σταύρος Χωνός γράφει σχετικά με το έθιμο, στην εφημερίδα «Νάουσα» στις 4-3-1928 : «Και τέλος η πάλα, η οποία έπαιζε και τον σπουδαιότερον ρόλον. Διότι οι Τούρκοι την πολυτελή αυτήν αμφίεσιν, έχουσαν πολλήν την ομοιότητα με την Αλβανικήν τουρκικήν ενδυμασίαν την ηνείχοντο, την πάλαν όμως όχι. Ο φανατικός και περήφανος Τούρκος βαρέως έφερε βλέπων τον ραγιάν να επισείη ενώπιόν του την πάλα και να την ρίπτη 8 και 10 μέτρα υψηλά και πηδώντας να την πιάνη. Όταν το 1897 κηρυχθέντος του πολέμου μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας το κανόνι βροντούσεν εις τα σύνορα, ο Καϊμακάμης Βερροίας με επιτελείον αξιωματικών ήλθεν εδώ δια να απαγορεύσουν την πάλαν. Αλλά δεν το κατόρθωσαν, η πάλα ήστραψεν και πάλι. Όπου βαθέως εριζωμένο ήτο το παλαιόν ετούτο έθιμον, το οποίον οι κατά καιρούς άρχοντες της πόλεως εκθύμως υπεστήριξαν».
Προσωπική μου εκτίμηση είναι, ότι οι νέοι που ντύνονταν Μπούλες στο αποκριάτικο έθιμό μας, από κάποια περίοδο και μετά άρχισαν να αποκαλούνται και γενίτσαροι λόγω των πολλών αυθαιρεσιών που διέπρατταν τελώντας το τελετουργικό του εθίμου. Όλοι οι Ναουσαίοι γνωρίζουμε βέβαια ότι εκτός από αυτά που προαναφέρθηκαν, υπήρχαν και πολλά άλλα όπως οι επαναστάτες που πολλές φορές κρύβονταν κάτω από την προσωπίδα, τα χρήματα που μάζευαν για τον αγώνα, τα κλέφτικα και πατριωτικά τραγούδια που ενσωματώθηκαν στο έθιμο κλπ.
Σήμερα μετά από πολλά χρόνια, μπορούμε ίσως να δούμε καθαρότερα και να διατηρήσουμε την ονομασία Μπούλες η οποία χαρακτηρίζει στην κυριολεξία το έθιμό μας και να αποβάλουμε το γενίτσαρος, που μόνο μεταφορική έννοια μπορεί να είχε για όσους χρησιμοποιούσαν αυτόν τον όρο, καθώς τίποτα στο τελετουργικό του εθίμου μας δεν παραπέμπει στους γενίτσαρους της περιόδου της τουρκοκρατίας.
Βιβλιογραφία για το έθιμο Μπούλες
1. Αγοραστός Δημήτρης, «Οι Μπούλες πριν εξήντα χρόνια» περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 6, έτος 1979.
2. ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ, ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ, τόμος τέταρτος τεύχος δεύτερον, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1980.
3. Αποστόλου Στέργιος, Οι Γενίτσαροι του τουρκικού στρατού και οι Μπούλες του Ναουσαίϊκου αποκριάτικου εθίμου, Έρευνα σε αλβανικές πηγές, Σύμμεικτα τ. Α΄ Μακεδονικές Μελέτες, Νάουσα, 1992.
4. Βαλσαμίδης Μανώλη, Οι ρυθμοί των τραγουδιών του δρώμενου «Μπούλες της Νάουσας», Νάουσα 2004.
5. Βαλσαμίδης Μανώλης, «Οι τοπικοί μας χοροί», περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 5, έτος 1979.
6. Βαλσαμίδης Μανώλης, Οι Μπούλες της Νιάουστας, Σεμινάριο Μελίκης 2003.
7. Γαβριηλίδης Θωμάς, Γιανύτσαρος και Μπούλα (η ιστορία των ονομάτων), περιοδικό Νιάουστα τ.70-71.
8. Γκούτας Φ. Αχιλλέας, Η Νάουσα στον 19ο αιώνα, Θεσσαλονίκη 1999.
9. Δεινόπουλος Πέτρος, «Γενίτσαροι και Μπούλες στη Νάουσα και στα Λεχαινά», περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 73, έτος 1995.
10. Δεινόπουλος Πέτρος, «Γενίτσαροι και Μπούλες υπάρχουν και στην Ηλεία», εφημερίδα Φωνή Ναούσης, 17/2/1996.
11. Δημητριάδης Δημήτριος, «Το καρναβάλι στην παλαιά Νάουσα», Φωνή Ναούσης 13/3/1955.
12. Δημητριάδης Δημήτριος, «Το καρναβάλι της Ναούσης άλλοτε και σήμερα», Φωνή Ναούσης 27/2/1955.
13. Δρανδράκης Λ., Ο αυτοσχεδιασμός στον Ελληνικό δημοτικό χορό, Αθήνα 1993.
14. Ένθετο από το CD του Λυκείου Ελληνίδων Αθηνών, «ΜΠΟΥΛΕΣ» ΝΑΟΥΣΑ ΗΜΑΘΙΑΣ.
15. Ζάλιος Χρήστος, Δημήτρης Βογιατζής ή Μήτρος Χαϊβάνος (1870-1942), ο πρώτος Ναουσαίος ζουρνατζής, εφημ. Νέοι Καιροί, 17/2/2007.
16. Ζάλιος Χρήστος, Η ιστορία του καρναβαλιού μας, εφημ. νέο Βήμα, 16/2/2007.
17. Ζάλιος Χρήστος, Οι Μπούλες της Νάουσας, εφημ. ΛΑΟΣ Βέροιας 11/2/2007 και 17-18/2/2007.
18. Ζιώτας Μ. Θεόδωρος. Οι Μπούλες της Νάουσας, Νάουσα 2003.
19. Κουκούλος Ι. Γ., ΟΙ ΜΠΟΥΛΕΣ, εφημ. ΝΑΟΥΣΑ, 26-2-1928.
20. Λύκειο των Ελληνίδων Βέροιας, ΗΜΑΘΙΑ ΕΡΑΤΕΙΝΗ, Βέροια 2003.
21. Μελίκης Γιώργης, Ένθετο από το CD Ζουρνάδες και νταούλια, σελ.5.
22. Μπάϊτσης Τάκης, «Κωσταντούλης ο λαϊκός ποιητής της Νιάουστας - Οι Μπούλες στη Θεσσαλονίκη το 1909», Νάουσα 1982.
23. Μπάϊτσης Τάκης, Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας, Θεσσαλονίκη 2001.
24. Νίκου Κ., Αποκριάτικο άλμπουμ με αναμνήσεις του Τρυφ. Χατζητρύφων, περ. Νιάουστα, τ.2, σελ.20.
25. Σαμαρά Χ. Θάλεια, Μπούλιες, Στον Μακεδονικό Αγώνα, ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, Θεσσαλονίκη 1969.
26. Σούγγαρης Κωσταντούλης, Αποκρεά εις την Νάουσαν, εφημ. ΝΑΟΥΣΑ, 4-3-1928.
27. Σπάρτσης Νικόλαος, Αντέτχια στη Νιάουστα, Νάουσα 2003.
28. Στουγιανάκης Ευστάθιος, Ιστορία της πόλεως Ναούσης, Εν Εδέσση 1924.
29. Στράτου Ν. Δόρα, Ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί, σελ. 85-88, Αθήνα 1976.
30. Τεγόπουλος-Φυτράκης, Ελληνικό λεξικό, Αθήνα 1993.
31. ΥΠΕΡΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Εκδόσεις Παγουλάτου, Αθήνα.
32. Χριστοδούλου Εμμ. Αναστάσιος, Η Ιστορία της Βέροιας, σελ. 105, Μάρτιος 1960.
33. Χωνός Σταύρος, «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΥ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΗΣ», εφημερίδα «Νάουσα» 4/3/1928, γράφει με το ψευδώνυμο ΑΜΕΡΟΛΗΠΤΟΣ.
Χρήστος Ζάλιος
Καθηγ. Φυσικής Αγωγής
Νάουσα