ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΙΑΜΗΤΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΙΑΜΗΤΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ ΚΑΤΑ ΠΕΡΙΟΧΕΣ


Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ ΚΑΤΑ ΠΕΡΙΟΧΕΣ  ΚΑΙ Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΦΗΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΟΠΙΚΕΣ  ΓΙΟΡΤΕΣ



    Είναι πολύ δύσκολο να ταξινομήσει  κανείς την Ελληνική κουζίνα σύμφωνα με τα όρια κάθε περιοχής γιατί τίποτε δεν είναι απλό και ξεκάθαρο. Από την αρχαιότητα ακόμη η Ελλάδα υπήρξε πάντοτε το σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης. Εχει υπομείνει ορδές βαρβάρων και έχει αφομοιώσει στοιχεία από γειτονικές χώρες .Η πολυκύμαντη ιστορίας της χώρας έχει παίξει επίσης μεγάλο ρόλο στην μαγειρική, γιατί η ελληνική κουζίνα είναι ένα αμάγαλμα επιρροών. Οι Αρχαίοι Έλληνες, Οι Βυζαντινοί, οι κάτοικοι των Βαλκανίων(Σλάβοι), οι Τούρκοι και οι Βενετσιάνοι αποτελούν τα πιο εμφανή δείγματα.
     Κάνοντας μια αποσύνδεση της μαγειρικής διαπιστώνει κανείς ότι υπάρχουν τρεις βασικές αρτηρίες που διατρέχουν την ελληνική κουζίνα: Η παραδοσιακή μαγειρική των ποιμένων, η λιτή μαγειρική των νησιών του Αιγαίου πελάγους και η αστική μαγειρική των Ελλήνων της Μ. Ασίας. Η μαγειρική των ποιμένων ανήκει  σε ένα μεγάλο βαθμό στα Βαλκάνια. Δημιουργήθηκε από της ανάγκες μιας ομάδας εν μέρει νομαδικής που ανάλογα με τις εποχές του χρόνου μετακινούνταν με τα ζώα της στις  απόμακρες, συγκλονιστικής ομορφιάς κορυφές και κοιλάδες της Πίνδου της Ροδόπης και άλλων ορεινών όγκων της Ελλάδας.
    Στην ορεινή μαγειρική της Ηπείρου ,της Ρούμελης και της Θεσσαλίας όπου εγκαταστάθηκαν με τον καιρό οι περισσότερες ποιμενικές φυλές, όλα τα υλικά που υπήρχαν κάποτε στο εύκολα μεταφερόμενο κελάρι, αποτελούν ακόμα και σήμερα τη ραχοκοκαλιά της μαγειρικής: γάλα, τυρί, γιαούρτι, μερικά προϊόντα που έχουν παρασκευαστεί από δημητριακά όπως ζυμαρικά με βάση το καλαμπόκι και το γάλα , τραχανάς, χόρτα και κρέας. Είναι επίσης μια κουζίνα όπου το βούτυρο έχει παραδοσιακά σημαντικότερο ρόλο από το ελαιόλαδο, επειδή το βούτυρο είναι ένα γαλακτοκομικό προϊόν, ένα ποιμενικό προϊόν. Εξάλλου τα ελαιόδεντρα δεν ευδοκιμούν σε υψηλά υψόμετρα. Νομαδικός τρόπος ζωής σημαίνει ότι οι ποιμένες ήταν υποχρεωμένοι να παρασκευάζουν πιάτα εύκολα τόσο να προετοιμαστούν όσο και να μεταφερθούν. Εκτός των άλλων, αυτό είχε σαν αποτέλεσμα όχι μόνο το ψήσιμο ολόκληρων ζώων αλλά και την δημιουργία μιας μεγάλης ποικιλίας πιτών. Οι πίτες αυτές ψήνονταν σε φορητούς φούρνους, μόλις στήνονταν οι πρόχειροι καταυλισμοί τους, και αποτελούσαν το κολατσιό τους, την ώρα που φύλαγαν τα ζώα που βοσκούσαν. Δεν είναι καθόλου παράδοξο που τέτοιες πίτες υπάρχουν όχι μόνο στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά και σε περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας, της Αλβανίας, και της Βουλγαρίας. Η συχνότητα με την οποία μετακινούνταν οι ποιμένες αποκαλύπτει  ότι εκατό  χρόνια πριν, προτού ακόμη χαραχτούν τα σημερινά σύνορα, ζούσαν σε όλα αυτά τα βουνά και επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Σήμερα, η κουζίνα τους αντανακλά εκείνες τις νομαδικές διασυνδέσεις και αναγκαιότητες.

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΡΥΘΜΟΙ



  Παραδοσιακοί χοροί



 Στη Ελλάδα οι παραδοσιακοί χοροί ή δημοτικοί χοροί χαρακτηρίζονται οι χοροί των αγροτικών  κυρίως περιοχών, οι οποίοι είναι προϊόν προφορικής κατά κανόνα παράδοσης..
  Οι χοροί μαζί με τη μουσική και τα τραγούδια, που έφτασαν μέσα από την προφορική παράδοση ως τις ημέρες μας, συνδέονται άμεσα με την περίοδο της Τουρκοκρατίας και της Ελληνικής Επανάστασης, οι ρίζες τους όμως προχωρούν βαθιά στο παρελθόν. Αυτή την περίοδο ,φαίνεται ότι οι Έλληνες δεν έπαψαν να τραγουδούν  και να χορεύουν και  όπως διέσωσαν την  γλώσσα τους έκαναν το ίδιο με την μουσικοχορευτική παράδοσή τους, η οποία γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στον 18ο και 19ο αιώνα. Στην δύσκολη αυτή περίοδο  ,όπου η εκπαίδευση  των Ελλήνων ήταν αδύνατη  ο χορός συνέβαλε μαζί με πολλά άλλα  στην διατήρηση της συνοχής της ελληνικής κοινωνίας  και της εθνικής ταυτότητας.
  Πληροφορίες για τον χορό κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας βρίσκει κανείς στις περιγραφές διαφόρων ξένων περιηγητών που επισκέπτονταν την EΕλλάδα την περίοδο αυτή και δημοσίευαν τις εντυπώσεις τους ( Οι Γάλλοι Pierre Bellon, Jean de Gontaut Biron, Pierre Augustin, MadamChenier , Ο Ιησουΐτης μισσιονάριος  Sauger, Οi Aγγλοi Porter, Richard Chandler, Edward Dodwell, T.Smart Hughes κ.α.)
 Μελετώντας τα χρονικά των Ευρωπαίων περιηγητών μια πρώτη εκτίμηση που μπορεί να κάνει κανείς είναι ότι , στις πληροφορίες που περιβάλλονται σε αυτά όσον αφορά τα ήθη και τα έθιμα ,τους χορούς και τα τραγούδια κλπ υπάρχουν πολλά στοιχεία που τα βρίσκουμε και στην σημερινή μας παράδοση. Η Ελληνική κοινωνία τότε ήταν πιο συσπειρωμένη λόγω του κατακτητή και δεν υπήρχε μεγάλο  χάσμα λαού και υψηλής κοινωνίας.

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2008

ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΧΑΝΕΤΑΙ


Γράφει ο Τσιαμήτρος Ιωάννης
Εκπαιδευτικός και χοροδιδάσκαλος

Χρόνια τώρα παρατηρώ τους απλοϊκούς, αυθεντικούς και γνήσιους ηλικιωμένους (περίπου πάνω από τα 60 ετών) στα Ημαθιώτικα Πιέρια από του οποίους παίρνω τις συνεντεύξεις για την έρευνά μου και δεν έχω παρά να εκφράσω το θαυμασμό μου για την απλότητα τους την αξιοπρέπεια, την τιμιότητα, την ειλικρίνεια, την καθαρότητα της ψυχής, τη διάθεση για προσφορά, την ντομπροσύνη, την φιλοξενία, την αλληλεγγύη και άλλες πολλές αξίες που θεωρώ πως έρχονται από τα βάθη των αιώνων και που μας παραπέμπουν στην αρχαιότητα και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Αυτοί οι άνθρωποι είναι η γνήσιοι άνθρωποι της ελληνικής υπαίθρου που χωρίς να το ξέρουν κουβαλούν μέσα τους την πείρα και τη σοφία ενός ολόκληρου πολιτισμού, του λαϊκού μας πολιτισμού. Ενός πολιτισμού που εμείς οι «πολύξεροι», «γραμματιζούμενοι» και τεχνοκράτες θέλουμε να ξεχάσουμε και οδηγούμαστε σε δρόμους που ούτε και εμείς ξέρουμε που θα μας οδηγήσουν επηρεασμένοι από τον σύγχρονο τρόπο ζωής, τον σύγχρονο πολιτισμό που μας επιβάλει η παγκοσμιοποίηση και το πέπλο της σύγχρονης ευδαιμονίας..
Καθώς μιλάει κανείς μαζί τους ακούει λέξεις που δεν χρησιμοποιεί ο Νεοέλληνας σήμερα, λέξεις καθαρά αρχαιοελληνικές, όπως το : θαρρώ, λιθάρι και άλλες πολλές με εκείνο το μοναδικό και αυθεντικό ήχο της «χωριάτικης» προφοράς και ντοπιολαλιάς που με γοητεύει. Μελαγχολώ όσο σκέφτομαι ότι θα χαθούν σε μερικά χρόνια αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι και μαζί τους η γλώσσα τους ( λέξεις και προφορά) η οποία ήδη έχει αρχίσει να αντικαθίσταται στους νεότερους από την γλώσσα των Αθηνών !!
Μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι αγαπούνε πολύ τον τόπο τους. Συγκεκριμένα μια ηλικιωμένη μου είπε το εξής: Εγώ παιδί εδώ στο χωριό μου γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα και εδώ θα πεθάνω. Μου έρχονται στο μυαλό μου φράσεις που μου έλεγαν κατά καιρούς: Στις γιορτές ,γιέ μου, παλιότερα όλο το χωριό κάναμε «βίζιτα» (επίσκεψη) στον εορτάζοντα. Τώρα τι γίνεται; Κάθε Κυριακή ή γιορτή ο κόσμος έβγαινε στη πλατεία του χωριού ή στο χοροστάσι χόρευε και τραγουδούσε. Τώρα τι γίνεται; Ο κόσμος, νιε μου τότε ήταν ξέγνοιαστος, ήταν πιο χαρούμενος, χωρίς άγχος και γελαστός παρά την φτώχεια του.
Τώρα έχει βέβαια ανέβει το βιοτικό επίπεδο, υπάρχει μεγαλύτερος πλούτος, οι άνθρωποι ζούνε καλύτερα , πιο ξεκούραστα, αυτό είναι γεγονός και βαθμιαία από την δεκαετία του 70 και μετά η κοινωνία δεν είναι πλέον παραδοσιακή, δεν παραδίνονται τα ήθη και τα έθιμα από την μια γενιά στην άλλη παραδοσιακά όπως γίνονταν παλιά εδώ και αιώνες .Τι έχει μείνει από την ομορφιά ενός γνήσιου πανηγυριού; Ενός τρανού χορού στην αυλή της εκκλησίας ; Ενός παραδοσιακού γάμου με όλη την αυθεντική τελετουργία του; Πόσοι γκαϊντατζήδες έχουν μείνει άραγε; Ελάχιστοι είναι, μετρημένοι στα δάχτυλα της μιας παλάμης. Εδώ κάνοντας μια παρένθεση θέλω να επισημάνω ότι στο θέμα του μουσικού αυτού οργάνου ( γκάιντας) φέρει ευθύνη η τοπική κοινωνία και ιδιαίτερα ο Δήμος της περιοχής. Θα πρέπει να βρεθεί τρόπος οι νεότεροι να μάθουν το όργανο αυτό. Το ηχόχρωμα της γκάιντας των Πιερίων είναι μοναδικό και οι διάφοροι ερευνητές, χοροδιδάσκαλοι λαογράφοι, μουσικολόγοι κλπ εντυπωσιάζονται από το ήχο αυτό και το αυθεντικό παίξιμο των τελευταίων γκαϊτατζήδων στα διάφορα συνέδρια και σεμινάρια που έχω τη τιμή μερικές φορές να κάνω εισηγήσεις για τους χορούς και τα τραγούδια των Πιερίων.
Πού είναι τα έθιμα του Δωδεκαημέρου με τα Χριστουγεννιάτικα εδέσματα (τις πισορτές, τον πατσά, την κρεατόπιτα κλπ), τα Λαγκατζάρια την Πρωτοχρονιά, τα «κυργια ελέησον» που φώναζαν τα αγόρια έχοντας στα χέρια τους τις εικόνες της εκκλησίας και την Βάπτιση την ημέρα των Φώτων και άλλα πολλά ώστε χρειάζεται ένα ολόκληρο βιβλίο να γραφτεί για αυτά; Τι έχει μείνει από τα έθιμα της Αποκριάς με τα σατιρικά τραγούδια, το κάψιμο των κέδρων το έθιμο του «χάσκαρι» όπως το λένε εκεί οι ντόπιοι; Πού είναι οι υπέροχοι Πασχαλιάτικοι πλεχτοί, καγκελωτοί χοροί με την απαράμιλλη αντιφωνία στα τραγούδια τους και τις υπέροχες φωνές των γυναικών και των αντρών; Ποιος θα έχει την ευκαιρία πια να είναι παρών σε έθιμα όπως η «πιπιργιά» (πιρπιρούνα) σε εποχή ανομβρίας και του «κλήδονα» (είδος λαϊκής μαντείας) και στα κουρμπάνια της Αγίας Παρασκευής το καλοκαίρι; Θα έχουν οι νέοι την δυνατότητα να δούνε ένα γνήσιο πανηγύρι τον 15 Αύγουστο ή θα τρέχουν να συνωστίζονται σε υπαίθρια κλαμπ με ξενόφερτη μουσική το καλοκαίρι; Βέβαια κάποια έθιμα διατηρούνται ακόμα( π.χ στο γάμο), όμως είναι πολύ λίγα και τείνουν να εξαφανιστούν και αυτά.
Κλείνοντας αυτό το μικρό σημείωμα θέλω να επισημάνω κάτι που μου έκανε φοβερή εντύπωση από τη διήγηση ενός ηλικιωμένου και έχει να κάνει με την αίσθηση της αλληλεγγύης που διακατείχε τους ανθρώπους αυτούς παλιότερα. Όταν λοιπόν κάποιος είχε σκοπό να κτίσει σπίτι έβγαινε ντελάλης στο καραούλι και φώναζε δυνατά για να ακούσει όλος ο κόσμος: Ο Γιάννης ο Δέλλας (π.χ) θα κτίσει σπίτι. Πάμε όλοι να τον βοηθήσουμε. Και πράγματι όλος ο κόσμος και ο καθένας με τον τρόπο του βοηθούσε στο κτίσιμο του σπιτιού.