Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ ΚΑΤΑ
ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΚΑΙ Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΦΗΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ
ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΟΠΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ
Είναι πολύ
δύσκολο να ταξινομήσει κανείς την
Ελληνική κουζίνα σύμφωνα με τα όρια κάθε περιοχής γιατί τίποτε δεν είναι απλό
και ξεκάθαρο. Από την αρχαιότητα ακόμη η Ελλάδα υπήρξε πάντοτε το σταυροδρόμι
Ανατολής και Δύσης. Εχει υπομείνει ορδές βαρβάρων και έχει αφομοιώσει στοιχεία
από γειτονικές χώρες .Η πολυκύμαντη ιστορίας της χώρας έχει παίξει επίσης
μεγάλο ρόλο στην μαγειρική, γιατί η ελληνική κουζίνα είναι ένα αμάγαλμα
επιρροών. Οι Αρχαίοι Έλληνες, Οι Βυζαντινοί, οι κάτοικοι των Βαλκανίων(Σλάβοι),
οι Τούρκοι και οι Βενετσιάνοι αποτελούν τα πιο εμφανή δείγματα.
Κάνοντας
μια αποσύνδεση της μαγειρικής διαπιστώνει κανείς ότι υπάρχουν τρεις βασικές
αρτηρίες που διατρέχουν την ελληνική κουζίνα: Η παραδοσιακή μαγειρική των
ποιμένων, η λιτή μαγειρική των νησιών του Αιγαίου πελάγους και η αστική
μαγειρική των Ελλήνων της Μ. Ασίας. Η
μαγειρική των ποιμένων ανήκει σε ένα
μεγάλο βαθμό στα Βαλκάνια. Δημιουργήθηκε από της ανάγκες μιας ομάδας εν μέρει
νομαδικής που ανάλογα με τις εποχές του χρόνου μετακινούνταν με τα ζώα της
στις απόμακρες, συγκλονιστικής ομορφιάς
κορυφές και κοιλάδες της Πίνδου της Ροδόπης και άλλων ορεινών όγκων της
Ελλάδας.
Στην ορεινή
μαγειρική της Ηπείρου ,της Ρούμελης και της Θεσσαλίας όπου εγκαταστάθηκαν με
τον καιρό οι περισσότερες ποιμενικές φυλές, όλα τα υλικά που υπήρχαν κάποτε στο
εύκολα μεταφερόμενο κελάρι, αποτελούν ακόμα και σήμερα τη ραχοκοκαλιά της
μαγειρικής: γάλα, τυρί, γιαούρτι, μερικά προϊόντα που έχουν παρασκευαστεί από
δημητριακά όπως ζυμαρικά με βάση το καλαμπόκι και το γάλα , τραχανάς, χόρτα και
κρέας. Είναι επίσης μια κουζίνα όπου το βούτυρο
έχει παραδοσιακά σημαντικότερο ρόλο από το ελαιόλαδο, επειδή το βούτυρο
είναι ένα γαλακτοκομικό προϊόν, ένα ποιμενικό προϊόν. Εξάλλου τα ελαιόδεντρα
δεν ευδοκιμούν σε υψηλά υψόμετρα. Νομαδικός τρόπος ζωής σημαίνει ότι οι
ποιμένες ήταν υποχρεωμένοι να παρασκευάζουν πιάτα εύκολα τόσο να προετοιμαστούν
όσο και να μεταφερθούν. Εκτός των άλλων, αυτό είχε σαν αποτέλεσμα όχι μόνο το
ψήσιμο ολόκληρων ζώων αλλά και την δημιουργία μιας μεγάλης ποικιλίας πιτών. Οι πίτες αυτές ψήνονταν σε
φορητούς φούρνους, μόλις στήνονταν οι πρόχειροι καταυλισμοί τους, και
αποτελούσαν το κολατσιό τους, την ώρα που φύλαγαν τα ζώα που βοσκούσαν. Δεν
είναι καθόλου παράδοξο που τέτοιες πίτες υπάρχουν όχι μόνο στη Βόρεια Ελλάδα,
αλλά και σε περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας, της Αλβανίας, και της Βουλγαρίας.
Η συχνότητα με την οποία μετακινούνταν οι ποιμένες αποκαλύπτει ότι εκατό
χρόνια πριν, προτού ακόμη χαραχτούν τα σημερινά σύνορα, ζούσαν σε όλα
αυτά τα βουνά και επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Σήμερα, η κουζίνα τους αντανακλά
εκείνες τις νομαδικές διασυνδέσεις και αναγκαιότητες.


