Χρησιμοποιείστε το Mozilla Firefox και το Google Chrome για καλύτερη ανάγνωση του Ιστολογίου

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΓΑΜΟΣ ΣΤΑ ΡΙΖΩΜΑΤΑ



Τα παιδιά αρραβωνιάζονταν μικρά (περίπου 15-17 χρονών τα κορίτσια και 17-19 χρονών τα αγόρια). Μετά τα προξενιά γίνονται τα αρραβωνιάσματα (επίσημα). Αφού ορίζεται ο γάμος μια συγκεκριμένη ημερομηνία (Κυριακή), στην διάρκεια της εβδομάδας που προηγείται του γάμου γίνεται η προετοιμασία. «Άλειφαν» το σπίτι, έπλεναν, γέμιζαν τα μαξιλάρια και «ζαλικώνονταν», έφερναν «ζαλίκι», δηλαδή τσάκνα για τον φούρνο που θα έφτιαναν ψωμί.

Την Δευτέρα πήγαιναν οι δύο συμπέθεροι με τα μουλάρια τους στη Βέροια να «ψουνίσουν τα νυφουστόλια». Η προίκα της νύφης είναι απλωμένη και όλοι περνούν να την δουν. Όλα τα προικιά είναι υφαντά (στον αργαλειό) φτιαγμένα από λινάρι. Καθαρίζουν το σπίτι και την Πέμπτη, συνήθως, ζυμώνουν με μαύρο πιτυρούχο αλεύρι μικρά στρογγυλά κουλούρια, κουλούρες και φτασμίτικα ψωμιά. Ετοιμάζουν επίσης λουλούδια και κουλούρες, που τα κρεμούν στον τοίχο, καθώς και ψηφωτό που το βάζουν όρθιο στον τοίχο στο σπίτι της νύφης. Εκεί θα σταθεί όρθια η νύφη όλο το βράδυ της Κυριακής συμβολίζοντας έτσι το γεγονός ότι θα είναι υπομονετική και υπάκουη σε όλη την διάρκεια του έγγαμου βίου της.

Την Παρασκευή μαγειρεύουν τα φαγητά για τον γάμο. Συνήθως φτιάχνουν πίτες και γιαχνί με κατσικίσιο κρέας (από τραγιά-αρσενικά κατσίκια). Το βράδυ του Σαββάτου ο πατέρας του γαμπρού πηγαίνει στο σπίτι του συμπέθερου να συζητήσουν για τον γάμο. Όσοι από τους καλεσμένους ετοίμασαν δώρα (συνήθως οικιακής χρήσης) τα πηγαίνουν το απόγευμα του Σαββάτου. Υπάρχει γλέντι το βράδυ αυτό και στα δύο σπίτια. Τα γλέντια αυτά τα έλεγαν «ουκνές» (γιατί οι νέοι και οι νέες όπως και οι νεόνυμφοι έβαφαν τα δάχτυλα τους με ουκνά, δηλ κόκκινη μπογιά). Το ίδιο έθιμο το συναντούμε και στην Θράκη με την Γίκνα. Τα μπρατίμια και οι συντρόφισσες (φίλοι του γαμπρού και της νύφης) εξυπηρετούν όλο τον κόσμο. Όλο το βράδυ η νύφη αναπαύεται και κοιμάται με συντροφιά δύο ανύπαντρα κορίτσια.

Το πρωί της Κυριακής από το σόι του γαμπρού τα μπρατίμια καλούν τους συγγενείς του γαμπρού στο γάμο έχοντας μαζί τα κουλουράκια με σταυρό στη μέση και τσίπουρο σαν δώρα, ενώ το ίδιο κάνουν οι συντρόφισσες με τη μόνη διαφορά ότι τα κουλουράκια τους δεν έχουν σταυρό.
Ταυτόχρονα ο πεθερός με τα δώρα (σε ένα πανέρι με μπιλιτζίκια και ψωμί) πηγαίνει στο σπίτι της νύφης και με συνοδεία ένα μικρό αγόρι ή κορίτσι έως 10 χρονών όπου τον κερνούν και μετά επιστρέφει με μεγαλοπρέπεια στο σπίτι του.



Στο σπίτι του γαμπρού έρχεται ο κουρέας να κουρέψει τον γαμπρό και τα μπρατίμια· μετά τον ξυρίζουν με ευχές και πειράγματα. Στο μεταξύ καταφτάνουν συγγενείς και συγχωριανοί, φέρνοντας δώρα με ευχές και τραγούδια. Στο ξύρισμα του γαμπρού λένε το τραγούδι: "Αχ μπρατίμια μου κι αγαπημένοι".
Κατόπιν ντύνεται ο γαμπρός με την βοήθεια των φίλων του με την φουστανέλα, την πουκαμίσα, το ζωνάρι, τα μπρουμάνια, κλπ. Στα τελευταία χρόνια (στον μεσοπόλεμο και πριν) τον γαμπρό τον ντύνανε με μαύρο χοντρό παντελόνι σε σχήμα κιλότας, με παπούτσι-τσαρούχι με φούντα, με κάλτσες-σκουφούνια και μαύρο σακάκι όπου επάνω ήταν καρφιτσωμένα τα δώρα των αρραβώνων. Περνούν ένα σίδερο μέσα από τα ρούχα του για να είναι πάντα δυνατός όπως κι αυτό. Η μάνα του σ’ ένα μαντήλι βάζει ψωμί, θυμίαμα, αρμένι, το δένει με δύο παραμάνες που έχουν χάντρες και το τοποθετεί στην τσέπη του, για να τον προφυλάει από κάθε κακό.

Το τραπέζι είναι έτοιμο, ένας από τους συνομήλικους λέει την προσευχή, κάθονται όλοι και αρχίζει το φαγοπότι. Στο τέλος του φαγητού μια πιατέλα από καρύδια (κουκόσες) και μέλι περνά από χέρι σε χέρι, τρώνε όλοι και εύχονται: "Σαν το μέλι γλυκός κι σαν τις κουκόσες γερός". Μετά το τραπέζι ξεκινούν τα μπρατίμια να πάρουν τον κουμπάρο ρίχνοντας τρεις τουφεκιές και λέγοντας πολλά τραγούδια στο δρόμο. Όλα τα μπρατίμια φορούν ένα άσπρο μαντήλι στο χέρι. Στο αριστερό οι ελεύθεροι και στο δεξί οι παντρεμένοι. Στο δρόμο λένε πολλά τραγούδια και μπροστά βρίσκεται ο Γκαϊντατζής. Δύο μπρατίμια με τσαρτσάρια στα χέρια κερνούν όποιον συναντήσουν στο δρόμο. Παίρνουν τον κουμπάρο και επιστρέφουν στο σπίτι του. Η κουμπάρα κρατά ένα πανέρι που περιέχει το στεφανοπάνι χρώματος θαλασσί, τα στέφανα και το "σιντικνιάτκου του ψουμί" (το ψωμί του νουνού).

Στη μέση του δωματίου βρίσκεται ο γαμπρός που πατάει σε ένα σίδερο καθώς δέχεται ευχές από τον πατέρα του, τη μάνα του και το νονό. Λέγοντας τις παραπάνω ευχές, τον ραίνουν με κρασί και όλοι μαζί πλέον ξεκινούν για το σπίτι της νύφης, πέφτουν μερικές τουφεκιές και αρχίζουν να τραγουδούν πολλά τραγούδια.

Φτάνουν στο σπίτι της νύφης και ο κουμπάρος με την κουμπάρα πηγαίνουν στη νύφη, η οποία βρίσκεται σε ένα ξένο, γειτονικό σπίτι. Εκεί είναι μαζεμένες οι φιλενάδες της (συντρόφισσες) για να την ντύσουν. Αυτή ακουμπάει στον τοίχο, ο οποίος είναι καλυμμένος από ένα ψηφωτό στολισμένο με λουλούδια, όπου στο πάνω μέρος δεξιά και αριστερά υπάρχουν δυο κουλούρες με σταυρό και λιτριά (χρυσές κλωστές). Της φορούν το πέπλο (σκιόπη) και λουλούδια στο κεφάλι, βελούδινο φουστάνι, ροζ ποδιά, γραφική ζώνη στην μέση, μάλλινες κάλτσες (σκφούνια) με κεντήματα (γράμματα). Από τους κροτάφους ξεκινούν τρέσες στριφτές που κατεβαίνουν μέχρι τον αστράγαλο κι οι άκρες τους είναι περασμένες σε δεκάρες. Ακόμα έχει δύο πλεξίδες πλεγμένες με κορδέλες. Τοποθετούν ένα καθρεφτάκι μπροστά στην κοιλιά της σε ένδειξη αγνότητας. Στο στόλισμα της νύφης οι συντρόφισσες λένε τα τραγούδια: "Ρίχνοντας τη σκιουπίτσα" και "Συντρόφισσες συνομήλικες". Ο κουνιάδος της τη ζώνει με ζωνάρι. Κόβουν τα φτασμίτικα ψωμιά και τα μοιράζουν. Ο κουνιάδος επίσης προσπαθεί να τη σηκώσει ψηλά, οι φίλες της όμως την εμποδίζουν έτσι ώστε να είναι βαριά. Όταν τα καταφέρνει φωνάζει τρεις φορές: "Άξια η νύφη μας". Η κουμπάρα βάζει κρασί στο παπούτσι της, της το δίνει να το πιει σε τρεις γουλιές, ενώ οι υπόλοιποι τραγουδούν: "Βάλε νύφη τα παπούτσια στα στέλνει ο πεθερός σου". Μετά η νύφη πηγαίνει με τα αδέλφια της από το ξένο σπίτι στο δικό της. Το σόι του γαμπρού στο σπίτι της νύφης τραγουδάει το "Ιγώ έρχουμι κι συ κοιμάσι, ξύπνα, κόρη παναθιμάσι" και "Να μην σας κακουφάνκε". Το συμπεθεριό περιμένει έξω από το σπίτι. Τους υποδέχονται με ευχές και τραγούδια και με τσαπουρνιά (καρπός από ένα είδος άγριας δαμασκηνιάς) γεμάτοι κάστανα ψημένα και κουκόσες. Ο γαμπρός πετάει μήλο πάνω από το σπίτι και το σόι της νύφης τραγουδάει το "Γαμπρέ πρασινοφόρε". Αφού κεραστούν, τραγουδούν "Ιμείς ιδώ δεν ήρθαμε κέρνα μας, κέρνα μας". Ο κουνιάδος ζώνει τον γαμπρό μ’ ένα μαντήλι στη μέση και ταυτόχρονα προσπαθεί να τον χτυπήσει, αλλά τα μπρατίμια τον αποτρέπουν. Εκεί ο γαμπρός προσκυνάει τον πεθερό και την πεθερά από τρεις φορές τον καθένα. Επίσης, όταν η νύφη βγαίνει από το πόρτα του σπιτιού της με τα μπρατίμια, ο κουνιάδος δεν αφήνει τον γαμπρό και ζητάει τάξιμο. Όταν πραγματοποιείται το τάξιμο, μόνο τότε τους αφήνει να φύγουν.
Οι κινήσεις αυτές, βέβαια, είναι συμβολικές και δηλώνουν σαφώς την αντίδραση του αδελφού της νύφης που την χάνει από το σπιτικό του. Ταυτόχρονα τα μπρατίμια παίρνουν την προίκα για να την πάνε στο σπίτι του γαμπρού.

Η νύφη αφού έχει προσκυνήσει τρεις φορές στη σκάλα του σπιτιού της, μπαίνει στο σπίτι και στέκεται στη μέση του δωματίου. Πατάει σε ένα σίδερο (συμβολισμός να είναι γερή σα σίδερο). Δίπλα της στέκεται μια γυναίκα κρατώντας ένα πιάτο με κρασί και αλάτι. Ένας-ένας περνάει, και με τα τρία δάκτυλα του δεξιού χεριού παίρνει κρασί κι αλάτι και την βρέχει. Κατόπιν με το γόνατο την πατάνε στην μέση, δίνοντας ευχές, π.χ. "Δυο πιδιά κι δυο κουρίτσια".
Αποχαιρετάει τους γονείς της, προσκυνώντας τους τρεις φορές, ενώ ο κόσμος τραγουδάει "Χιρέτα τους, προσκύνα τους περδίκα μου". Βγαίνει από το σπίτι και στο τελευταίο σκαλοπάτι προσκυνάει τρεις φορές και ο κόσμος τραγουδάει "Έβγα μάνα να ιδείς τον ήλιο". Έρχεται κοντά ο γαμπρός και ο κουμπάρος, τους πιάνει από τις μασχάλες και τους γυρίζει επί τόπου τρεις φορές. Η μάνα τους πετάει κριθάρι έχοντάς το σε ένα κόσκινο. Αν το κόσκινο πέσει μπρούμυτα, θα κάνει αγόρι. Αν πέσει ανάσκελα θα κάνει κορίτσι. 
Πρέπει να πούμε ότι καθόλη τη διάρκεια της μετακίνησης τους, ο γαμπρός, η νύφη και ο κουμπάρος είναι καβάλα σε άλογα. Τα άλογα περιμένουν σαμαρωμένα με ζιγκιά και ψηφωτό, στρωμένο στο σαμάρι. Ο πατέρας ανεβάζει τη νύφη στο άλογο. Προπορεύεται ο κουμπάρος κρατώντας το φλάμπουρο. (Το φλάμπουρο είναι ένα ξύλινο κοντάρι δυόμισι μέτρα το πολύ που φέρει στην άκρη του ένα σταυρό τυλιγμένο με λουλούδια, συνήθως βασιλικό και στα άκρα του σταυρού περνούν τρία μήλα). Μετά έρχεται το σόι του γαμπρού και στο τέλος ακολουθεί το σόι της νύφης. Τραγουδούν εναλλάξ με τη βοήθεια της γκάιντας. Φτάνουν έτσι στην εκκλησία όπου τελείται το μυστήριο.

Βγαίνοντας από το ναό στήνεται χορός στο προαύλιο. Πρώτος σέρνει το χορό ο κουμπάρος κρατώντας το φλάμπουρο. Ακολουθούν οι νεόνυμφοι και οι γονείς τους αντίστοιχα. Όλοι μαζί πλέον ξεκινούν για το πατρικό του γαμπρού. Θεωρείται γρουσουζιά να συναντηθούν στο δρόμο δύο γάμοι. Πρέπει ο ένας να αλλάξει δρόμο. Βάζουν πάνω στην αγκαλιά της νύφης ένα παιδάκι τριών-τεσσάρων χρόνων. Το παιδάκι τοποθετεί μια κουλούρα στο κεφάλι της. Αυτή του χαρίζει ένα άσπρο μαντήλι, φρούτα, χρήματα, γλυκά (πισκέσια). Ο κουνιάδος της την ξεπεζεύει. Γίνεται μάχη για το ποιος θα πάρει το άλογο. Όποιος καταφέρει και το καβαλικέψει φεύγει, καλπάζοντας μακριά από το πλήθος.

Στο σπίτι του γαμπρού η πεθερά περιμένει στο πλατύσκαλο μ' ένα πιάτο στα χέρια γεμάτο ρύζι και κουφέτα. Η νύφη τα σκορπίζει μπροστά και πίσω. Όταν τελειώσει παίρνει το πιάτο, το γυρίζει μπρούμυτα και το σπάζει με το δεξί πόδι. Της δίνουν ένα μήλο και το πετάει πάνω από το σπίτι. Στην εξώπορτα πάλι η μάνα του γαμπρού περιμένει μ' ένα πιάτο μέλι. Παίρνει η νύφη με το δεξί δάκτυλο και κάνει σταυρό στην πόρτα, πατώντας πάνω σε σιδερένιο αντικείμενο.
Μια φιλενάδα της κρατάει το πανέρι με τα δώρα, σκφούνια, πετσέτες, πουκάμισα. Η νύφη κάνει μετάνοια στον νουνό και του δωρίζει τοποθετώντας το στο δεξί ώμο. Το ίδιο γίνεται σ’ όλους. Τελειώνοντας ακουμπάει στον τοίχο και προσκυνάει. Ο τοίχος είναι καλυμμένος με ψηφωτό και γύρω-γύρω έχει λουλούδια. Στο πάνω μέρος βρίσκεται η κουλούρα. Όταν προσκυνάει φίλες, φίλοι (Μπογτζάδες) τραγουδούν, "μια σάσιανη πέρδικα στον τοίχο ακουμπισμένη σαν Παναγιά γραμμένη". Την μεταφέρουν στο διπλανό δωμάτιο. Στηρίζουν την σκιώπη με τσιμπιδάκια πάνω στα μαλλιά της. Της δίνουν να φάει μέλι και καρύδι, εννιά κουταλιές (επειδή η εγκυμοσύνη θα διαρκέσει εννιά μήνες). Μετά έρχεται στην αρχική της θέση.

Δύο γυναίκες από το σόι του γαμπρού φέρνουν μια κολοκύθα, όπου καλούν τον γαμπρό να σταθεί όρθιος πάνω της. Αν το καταφέρει, θα είναι άξιος γαμπρός. Τα μπρατίμια, που είναι τα στηρίγματα στη ζωή προσπαθούν να τον κρατήσουν όρθιο, ενώ οι γυναίκες που έβαλαν την κολοκύθα τη σπρώχνουν για να πέσει.

Αργά το βράδυ ο πιο καλαμπουρτζής "λαλάει του συντικνιάτκου του ψουμί": Το ψωμί του νουνού. Αναφέρεται στην περιπέτεια (του ψωμιού) μέχρι να φτάσει στα χέρια του: "Αυτό του ψουμί που βλέπιτι τού φιρι η νούνα, τού σπειραν, τράνιψι, του θέρσαν, τού φιαξαν διμάτια του πήγαν στου μύλο, γίνκι αλεύρι κι αργότερα γίνκι αυτό που βλέπιτι". Το κόβουν σε φέτες και μοιράζεται σε όλους τους καλεσμένους.

Το βράδυ στήνονταν τραπέζι που κρατούσε μέχρι το πρωί. Στο τραπέζι ό,τι ήθελε ο καθένας το ζητούσε με αινίγματα, π.χ. «ένα παπά με γένια (=κρεμμύδι), «μια κατσίκα για να βγάλω τα τσιμπούρια» (=σταφύλι). Έτσι περνούσε η ώρα μέχρι το πρωί με πειράγματα, τραγούδια και πολλά άλλα. Δευτέρα πρωί-πρωί ο νουνός χορεύει με το φλάμπουρο το τραγούδι "Παλικάρια μου Γρεβενιώτικα". Η νουνά κρατάει την κουλούρα πάνω στο κεφάλι της νύφης. Τραγουδιούνται και χορεύονται τα τραγούδια "μωρή ψηλή Βιργιώτισσα" και "πέντε έξι παλικάρια". Η νουνά κόβει ελαφρά την κουλούρα έτσι ώστε στη μοιρασιά να πάρει περισσότερο από τον γαμπρό η νύφη για να είναι πιο άξια. Ύστερα η κουλούρα μοιράζεται στους καλεσμένους. Οι νεόνυμφοι στο τελευταίο σκαλοπάτι δέχονται ευχές φιλώντας το χέρι του καθένα. Οι καλεσμένοι αφήνουν χρήματα για το ξεκίνημα του σπιτικού. Φεύγοντας τραγουδούν το "ιμείς τώρα θα φύγουμι".

Το σόι του γαμπρού χόρευε άλλα τρία τραγούδια για την νύφη «Μωρή κοντοπλεγμένη μικρή αρραβωνιασμένη» Το βράδυ της Δευτέρας το ζευγάρι έμενε μόνο του. Η πεθερά είχε δώσει στη νύφη ένα άσπρο πουκάμισο «να φανεί η αλήθεια». Έδιναν μεγάλη σημασία σε αυτό. Το πρωί έπαιρνε η πεθερά το πουκάμισο μέσα σε πανέρι να το δει η νουνά, η οποία έβαζε στο πανέρι παράδες και σαπούνι. Έπρεπε να το δουν οι γειτόνισσες και να το μάθει το χωριό. Αν τα πράγματα δεν ήταν «όπως πρέπει» δεν έκαναν τίποτα αλλά κρυφά όλοι γελούσαν τη νύφη και τον γαμπρό και το σόι. Δεν γίνονταν γλέντι.  Για οκτώ ημέρες η νύφη όποιον βρίσκει στο δρόμο του φιλάει το χέρι και για οκτώ ημέρες, επίσης, το φλάμπουρο παραμένει ψηλά στη στέγη του σπιτιού του γαμπρού. Στα γυρίσματα (πιστρόφια) την Πέμπτη η νύφη πηγαίνει στη μάνα της και το Σάββατο ο κουμπάρος καλεί όλους στο σπίτι του για τραπέζι.

(Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Γ. Τσιαμήτρου με τίτλο  ‘Ημαθιώτικα Πιέρια’)


Γιάννης Τσιαμήτρος
(εκπαιδευτικός/χοροδιδάσκαλος)