ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

ΛΑΪΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΕΣ



Μαζί  με το τραγούδι και τα παλαμάκια, ο ελληνικός λαός χρησιμοποιεί από παλιά κάθε δυνατό συνδυασμό οργάνων για να συνοδέψει το τραγούδι και το χορό του. Έτσι, μερικοί συνδυασμοί οργάνων καθιερώθηκαν με τον καιρό ως οργανικά συγκροτήματα της μουσικής ζωής σε ορισμένες περιοχές, όπως π.χ. η αχλαδόσχημη  λύρα και το μεγάλο ντέφι (νταχαρές) στην Μακεδονία και τα τελευταία χρόνια η αχλαδόσχημη  λύρα και το λαγούτο στην Κρήτη.

Από τα λαϊκά αυτά συγκροτήματα, τα πιο γνωστά, πανελλήνια, είναι η νησιώτικη ζυγιά βιολί και λαγούτο ή τσαμπούνα και νταουλάκι, η ζυγιά ζουρνάς και νταούλι ή γκάιντα και νταουλάκι της ηπειρωτικής Ελλάδας και η κομπανία, που αποτελείται από  κλαρίνο, βιολί, λαγούτο και σαντούρι  ( ή ντέφι). Η ζυγιά ζουρνάς και νταούλι, με τον δυνατό και διαπεραστικό ήχο της, ήταν και εξακολουθεί να είναι - όσο υπάρχει ακόμα - το οργανικό συγκρότημα για τον ανοιχτό χώρο, για το πανηγύρι ή το γλέντι στην πλατεία του χωριού.

Αντίθετα η κομπανία, με κύριο μελωδικό όργανο το κλαρίνο, αντιπροσωπεύει το κατεξοχήν οργανικό συγκρότημα της ηπειρωτικής Ελλάδας, κατάλληλο ιδιαίτερα για τον κλειστό χώρο, χάρη στον μαλακό και εύκαμπτο σε αποχρώσεις ήχο των οργάνων της. Η κομπανία  συναντιέται άλλοτε με τραγουδιστή ή χωρίς τραγουδιστή κι άλλοτε με περισσότερα ή λιγότερα όργανα, χωρίς αυτό να αλλοιώνει την κλασική της σύνθεση: κλαρίνο-βιολί-λαούτο-σαντούρι. Η κομπανία αντικαθιστά σιγά-σιγά τη ζυγιά ζουρνάς και νταούλι. Το ίδιο γίνεται και με το βιολί που αργά, αλλά σταθερά, αντικαθιστά την αχλαδόσχημη λύρα.

Όταν το μονοφωνικό δημοτικό τραγούδι  τραγουδιέται από τραγουδιστές, που κρατούν  ακόμα μέσα τους την παράδοση, και παίζεται από λαϊκούς οργανοπαίχτες, που δεν έχουν δεχτεί την καταστροφική επίδραση της δυτικής μουσικής με τις συγκερασμένες κλίμακες και την πολυφωνική  τεχνικής της, τότε χαιρόμαστε τη διαφορά ανάμεσα στους μεγάλους, τους μικρούς και τους ελάχιστους τόνους της φυσικής κλίμακας. Χαρακτηριστικοί είναι οι ποικίλοι τρόποι  με τους οποίους  οι λαϊκοί οργανοπαίχτες κατορθώνουν  να δίνουν τα διαστήματα της φυσικής κλίμακας και τα μικροδιαστήματα. Κι αυτό γίνεται όχι μόνο με τα λαϊκά όργανα που είναι  φτιαγμένα από τους ίδιους ή σε εργαστήρια από λαϊκούς  μαστόρους, αλλά και  με όργανα όπως το κλαρίνο, που είναι φτιαγμένο για να δίνει τα διαστήματα της συγκερασμένης κλίμακας.

Στα χορδόφωνα χωρίς μπερντέδες, όπως η αχλαδόσχημη λύρα, ο κεμεντζές, το βιολί κ.α. ο λαϊκός μουσικός, που κρατάει ακόμα παράδοση, δίνει τα διαστήματα που θέλει, ανοίγοντας ή κλείνοντας περισσότερο ή λιγότερο, τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού και κυρίως με το σύρσιμο  εκείνο των δαχτύλων που πιάνει με γρήγορα  εκφραστικά «γκλισάντα» τα μικρότερα του ημιτονίου διαστήματα. «Δεν πατάει τις χορδές, αυτός  γλύφει τις νότες», λένε για τον καλό βιολάτορα, ή «ανασταίνει τσι καρδιές με τα δακτύλια (ν) του» για τον λυράρη. Το ίδιο γίνεται και με τα αερόφωνα: Φλογέρα, γκάιντα, ζουρνά, κλαρίνο  κλπ.  κλείνοντας ή μισοκλείνοντας τις τρύπες του οργάνου με τα δάχτυλα και με το κατάλληλο φύσημα. Όπως λέμε, κοινά, «αυτός παίζει παραδοσιακά και όχι σχολικά ή σαν σε φιλαρμονική».

Στους λαϊκούς αυτούς μουσικούς και ιδιαίτερα  σε αυτούς που παίζουν σε ανοιχτό χώρο (ζουρνά-νταούλι) οφείλεται το μουσικό φρόνημα του Έλληνα της υπαίθρου. Οι ασπούδαστοι αυτοί λαϊκοί οργανοπαίχτες σήκωσαν και σηκώνουν  στους ώμους τους-όσοι ακόμα απομένουν- την παράδοση της ελληνικής μουσικής. Γιατί οι ίδιοι τους είναι συνήθως και οι κατασκευαστές των οργάνων που παίζουν. Στο ίδιο πρόσωπο ταυτίζονται η πείρα του εκτελεστή και του κατασκευαστή. Η μία συμπληρώνει την άλλη.

Το όργανο του καλού οργανοπαίχτη βρίσκεται σε μια συνεχή, θα λέγαμε κατασκευή. Αυτός προσθέτει, αφαιρεί, αλλάζει ένα εξάρτημα, όχι μόνο γιατί έχει φθαρεί από το πολύ παίξιμο ή έτυχε να σπάσει την ώρα της δουλειάς, αλλά γιατί ο ίδιος «τρώγεται», όπως λέμε, με το όργανό του. Πασχίζει διαρκώς να καλυτερέψει τον ήχο. Να μην  είναι το όργανο τόσο δύσκολο στο παίξιμο, να ακούγεται από μακριά. Να «μονολογάνε καλά οι φωνές», να είναι δηλαδή σωστά τα διαστήματα που δίνει κλπ. Στο συνεχές αυτό δούλεμα οφείλουν τη τελειότητά τους τα όργανα που έφτιαχναν οι παλιοί καλοί οργανοπαίχτες και μαζί κατασκευαστές οργάνων. Κάθε όργανο, ενώ ακολουθεί την κατασκευή, όπως ορίζει η παράδοση, ταυτόχρονα έχει και την προσωπική σφραγίδα του οργανοπαίχτη/κατασκευαστή. Οι νησιώτικες λύρες π.χ. διαφέρουν τόσο πολύ η μία από την άλλη, ώστε δεν θα ήταν  υπερβολή αν λέγαμε, ότι δεν υπάρχουν δύο λύρες όμοιες στο ύψος και το πλάτος, στο βάθος, στο μήκος των χορδών, στις διαστάσεις της κεφαλής  και στις αποστάσεις στην  τοποθέτηση των κλειδιών κλπ.

Παράλληλα με τους οργανοπαίχτες/κατασκευαστές υπάρχουν και τα εργαστήρια λαϊκών οργάνων από το τέλος του 19ου αιώνα στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η δημιουργία τους οφείλεται στην ανάγκη να ανταποκριθούν σε μια όλο και μεγαλύτερη ζήτηση οργάνων. Οι μάστορες των εργαστηρίων αυτών εφοδίαζαν   με θαυμάσια όργανα τους λαϊκούς μουσικούς και παράλληλα έφτιαχναν και όργανα της έντεχνης μουσικής, όπως το μαντολίνο, την κιθάρα και άλλα όργανα της μαντολινάτας, τη μαντόλα και το μαντολοτσέλο. Μερικά από αυτά τα όργανα χρησιμοποιήθηκαν άλλωστε και στον χώρο της παραδοσιακής μουσικής μέχρι έως και τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο.



Γιάννης Τσιαμήτρος
(εκπ/κός-χοροδιδάσκαλος)


Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

ΓΚΑΙΝΤΑ ΠΙΕΡΙΩΝ




Στο σημερινό μας σημείωμα θα αναφερθούμε στην γκάιντα των Πιερίων, ένα πανάρχαιο όργανο που τείνει να εκλείψει. Οι σημερινοί γκαϊντατζήδες στα Ημαθιώτικα Πιέρια μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού και είμαστε όλοι υπεύθυνοι (ιδιαίτερα οι πολιτιστικοί και πολιτικοί φορείς της Βέροιας αλλά και του δήμου Μακεδονίδος) για την επικείμενη εξαφάνιση αυτού του οργάνου. Κρούω τον κώδωνα του κινδύνου πριν είναι τελείως αργά.


Η γκάιντα Πιερίων είναι ένας τύπος  άσκαυλου (αρχαία ονομασία) και ανήκει στα αερόφωνα όργανα. Φτιάχνεται συνήθως από αυτόν που την παίζει. Είναι συνήθως μεγάλου μεγέθους και αποτελείται από το ασκί, το επιστόμιο και δύο αυλούς (κοντό και μεγάλο). Η γκάιντα των Πιερίων είναι συνήθως μεγαλύτερη από όλες τις γκάιντες της ηπειρωτικής Ελλάδας και ασφαλώς πολύ μεγαλύτερη από την  νησιώτικη τσαμπούνα.

Το ασκί που το λένε τομάρι φτιάχνεται ως εξής : Χρησιμοποιείται συνήθως δέρμα γίδας και σπάνια προβάτου. Το δέρμα πρέπει να είναι ολόκληρο και όχι σχισμένο. Το νωπό αυτό δέρμα δέχεται μια  ειδική επεξεργασία για να μη σαπίσει και για να είναι μαλακό και άσπρο περίπου όταν ξεραθεί. Νωπό όπως είναι, κι έπειτα από πρόχειρο πλύσιμο, το αλατίζουν, όχι το τριχωτό μέρος του δέρματος  αλλά το εσωτερικό, δηλαδή την επιφάνεια προς την σάρκα, αφού πρώτα ψαλιδίσουν το τριχωτό μέρος. Με το αλάτισμα το τομάρι «σφίγγει» και καθαρίζει από το λίπος Δεν πρέπει να κόψουν την τρίχα σίρριζα, αφήνουν 1 με 1,5εκ μήκος έτσι ώστε το κοντό μαλλί  να βοηθάει να μείνουν κλειστοί οι πόροι. Επίσης το κοντό μαλλί (χνούδι) συγκρατεί το χνότο και το σάλιο του γκαϊτατζή και διατηρεί το τομάρι μαλακό. Αφού τελειώσει η επεξεργασία δένουν  το επιστόμιο και τους δύο αυλούς προσεκτικά. Στο ένα πόδι δένεται το επιστόμιο (φυσητάρι) στο άλλο πόδι δένεται  ο μεγάλος αυλός (ζουρνάς) και στο λαιμό δένεται ο κοντός αυλός(φλογέρα). Ανάμεσα στους αυλούς και το τομάρι εφαρμόζονται κόκαλα. Αν δεν υπάρχουν κόκαλα τότε βάζουν ξύλο. Το επεξεργασμένο όμως κόκαλο είναι καλύτερο γιατί δεν φεύγει καθόλου αέρας.

Το είδος του ξύλου  από το οποίο φτιάχνονται τα προηγούμενα εξαρτήματα της γκάιντας  είναι το πυξάρι και συνήθως το βρίσκουν στην περιοχή Ελατοχωρίου και την περιοχή της Νάουσας. Με αυτό το ξύλο φτιάχνουν και τις γκλίτσες γιατί είναι όμορφο μετά  την επεξεργασία. Αφού κόβουν το ξύλο  το αφήνουν να ξεραθεί και μετά το τρυπάνε με τρυπάνι ή με «ματκά» (με αρίδα). Έπειτα το πελεκάνε με το σκεπάρνι και με τον ξυλοφάγο το κάνουν λιανό. Έτσι κάνουν την «φλογέρα» (κοντό αυλό), το «φυσητάρι» (επιστόμιο) και τον «ζουρνά» (μεγάλο αυλό).

Φλογέρα. Αφού κάνουν τα σχέδια με το μαχαίρι επάνω της και την γυαλίσουν με  γυαλόχαρτο  κάνουν τις τρύπες με το «τρυπτάρι» (ψιλό μαχαίρι). Οι τρύπες είναι  8 (7 μπροστά και 1 πίσω – ουδέτερη). Η πρώτη από πάνω είναι η μικρότερη στην οποία  σφηνώνουνε  στο άνοιγμά της  ένα σωληνάκι συνήθως από  φτερό  κότας («μουμούδι» το λένε). Η δεύτερη τρύπα είναι μεγαλύτερη η τρίτη είναι μικρότερη, η τέταρτη μεγαλύτερη, η πέμπτη μικρότερη και από την τρίτη, η έκτη και η έβδομη μεγαλύτερες. Στο κάτω μέρος της  μπαίνει επίσης κόκαλο από βουβάλι ή βόδι  το οποίο λέγεται «κλωτσοτάρι» και  είναι  λίγο «γυριστό».

Ο μικρός κυλινδρικός  σωλήνας που προσαρμόζεται στο πάνω μέρος της φλογέρας λέγεται «τσαμπούνα» και φτιάχνεται από καλάμι. Έχει γύρω στα 5 εκατοστά μήκος. Στην εξωτερική του επιφάνεια με  ένα μικρό μαχαιράκι γίνεται μια σχισμή και δημιουργείται ένα γλωσσίδι, «πεταλάκι» το λένε. Τότε ο γκαϊντατζής το δοκιμάζει και εάν βγάλει τη «φωνή» που θέλει  είναι εντάξει η τσαμπούνα. Μετά τυλίγεται η μια άκρη  της τσαμπούνας με κλωστή (ράμμα) και εφαρμόζει μέσα στη φλογέρα η οποία είναι πλέον έτοιμη να παίξει.

Το επιστόμιο «φυσητάρι» όπως το λένε είναι ένας κυλινδρικός σωλήνας από  ξύλο συνήθως από το οποίο φυσάει ο γκαϊντατζής και γεμίζει το τομάρι με αέρα και έχει μήκος από 15 εκατοστά. Η βαλβίδα που εμποδίζει να φύγει ο αέρας όταν ο γκαϊντατζής σταματάει να φυσάει λέγεται πετσάκι.