Στο σημερινό μας σημείωμα θα αναφερθούμε στην γκάιντα των Πιερίων, ένα πανάρχαιο όργανο που τείνει να εκλείψει. Οι σημερινοί γκαϊντατζήδες στα Ημαθιώτικα Πιέρια μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού και είμαστε όλοι υπεύθυνοι (ιδιαίτερα οι πολιτιστικοί και πολιτικοί φορείς της Βέροιας αλλά και του δήμου Μακεδονίδος) για την επικείμενη εξαφάνιση αυτού του οργάνου. Κρούω τον κώδωνα του κινδύνου πριν είναι τελείως αργά.
Η γκάιντα Πιερίων είναι ένας τύπος άσκαυλου (αρχαία ονομασία) και ανήκει στα αερόφωνα όργανα. Φτιάχνεται συνήθως από αυτόν που την παίζει. Είναι συνήθως μεγάλου μεγέθους και αποτελείται από το ασκί, το επιστόμιο και δύο αυλούς (κοντό και μεγάλο). Η γκάιντα των Πιερίων είναι συνήθως μεγαλύτερη από όλες τις γκάιντες της ηπειρωτικής Ελλάδας και ασφαλώς πολύ μεγαλύτερη από την νησιώτικη τσαμπούνα.
Το ασκί που το λένε τομάρι φτιάχνεται ως εξής : Χρησιμοποιείται συνήθως δέρμα γίδας και σπάνια προβάτου. Το δέρμα πρέπει να είναι ολόκληρο και όχι σχισμένο. Το νωπό αυτό δέρμα δέχεται μια ειδική επεξεργασία για να μη σαπίσει και για να είναι μαλακό και άσπρο περίπου όταν ξεραθεί. Νωπό όπως είναι, κι έπειτα από πρόχειρο πλύσιμο, το αλατίζουν, όχι το τριχωτό μέρος του δέρματος αλλά το εσωτερικό, δηλαδή την επιφάνεια προς την σάρκα, αφού πρώτα ψαλιδίσουν το τριχωτό μέρος. Με το αλάτισμα το τομάρι «σφίγγει» και καθαρίζει από το λίπος Δεν πρέπει να κόψουν την τρίχα σίρριζα, αφήνουν 1 με 1,5εκ μήκος έτσι ώστε το κοντό μαλλί να βοηθάει να μείνουν κλειστοί οι πόροι. Επίσης το κοντό μαλλί (χνούδι) συγκρατεί το χνότο και το σάλιο του γκαϊτατζή και διατηρεί το τομάρι μαλακό. Αφού τελειώσει η επεξεργασία δένουν το επιστόμιο και τους δύο αυλούς προσεκτικά. Στο ένα πόδι δένεται το επιστόμιο (φυσητάρι) στο άλλο πόδι δένεται ο μεγάλος αυλός (ζουρνάς) και στο λαιμό δένεται ο κοντός αυλός(φλογέρα). Ανάμεσα στους αυλούς και το τομάρι εφαρμόζονται κόκαλα. Αν δεν υπάρχουν κόκαλα τότε βάζουν ξύλο. Το επεξεργασμένο όμως κόκαλο είναι καλύτερο γιατί δεν φεύγει καθόλου αέρας.
Το είδος του ξύλου από το οποίο φτιάχνονται τα προηγούμενα εξαρτήματα της γκάιντας είναι το πυξάρι και συνήθως το βρίσκουν στην περιοχή Ελατοχωρίου και την περιοχή της Νάουσας. Με αυτό το ξύλο φτιάχνουν και τις γκλίτσες γιατί είναι όμορφο μετά την επεξεργασία. Αφού κόβουν το ξύλο το αφήνουν να ξεραθεί και μετά το τρυπάνε με τρυπάνι ή με «ματκά» (με αρίδα). Έπειτα το πελεκάνε με το σκεπάρνι και με τον ξυλοφάγο το κάνουν λιανό. Έτσι κάνουν την «φλογέρα» (κοντό αυλό), το «φυσητάρι» (επιστόμιο) και τον «ζουρνά» (μεγάλο αυλό).
Φλογέρα. Αφού κάνουν τα σχέδια με το μαχαίρι επάνω της και την γυαλίσουν με γυαλόχαρτο κάνουν τις τρύπες με το «τρυπτάρι» (ψιλό μαχαίρι). Οι τρύπες είναι 8 (7 μπροστά και 1 πίσω – ουδέτερη). Η πρώτη από πάνω είναι η μικρότερη στην οποία σφηνώνουνε στο άνοιγμά της ένα σωληνάκι συνήθως από φτερό κότας («μουμούδι» το λένε). Η δεύτερη τρύπα είναι μεγαλύτερη η τρίτη είναι μικρότερη, η τέταρτη μεγαλύτερη, η πέμπτη μικρότερη και από την τρίτη, η έκτη και η έβδομη μεγαλύτερες. Στο κάτω μέρος της μπαίνει επίσης κόκαλο από βουβάλι ή βόδι το οποίο λέγεται «κλωτσοτάρι» και είναι λίγο «γυριστό».
Ο μικρός κυλινδρικός σωλήνας που προσαρμόζεται στο πάνω μέρος της φλογέρας λέγεται «τσαμπούνα» και φτιάχνεται από καλάμι. Έχει γύρω στα 5 εκατοστά μήκος. Στην εξωτερική του επιφάνεια με ένα μικρό μαχαιράκι γίνεται μια σχισμή και δημιουργείται ένα γλωσσίδι, «πεταλάκι» το λένε. Τότε ο γκαϊντατζής το δοκιμάζει και εάν βγάλει τη «φωνή» που θέλει είναι εντάξει η τσαμπούνα. Μετά τυλίγεται η μια άκρη της τσαμπούνας με κλωστή (ράμμα) και εφαρμόζει μέσα στη φλογέρα η οποία είναι πλέον έτοιμη να παίξει.
Το επιστόμιο «φυσητάρι» όπως το λένε είναι ένας κυλινδρικός σωλήνας από ξύλο συνήθως από το οποίο φυσάει ο γκαϊντατζής και γεμίζει το τομάρι με αέρα και έχει μήκος από 15 εκατοστά. Η βαλβίδα που εμποδίζει να φύγει ο αέρας όταν ο γκαϊντατζής σταματάει να φυσάει λέγεται πετσάκι.