ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΕΡΟΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΕΡΟΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Απριλίου 2014

ΟΙ ΚΑΠΕΤΑΝΑΡΑΙΟΙ ΤΗΣ ΒΕΡΟΙΑΣ

Γράφει ο Χρήστος Ζάλιος
Εκπαιδευτικός/συγγραφέας

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "ΝΙΑΟΥΣΤΑ", 
Αρ. τεύχους 146, Ιανουάριος-Μάρτιος 2014 
  

Φωτ. 1. Καπεταναραίοι Βέροιας με Βοσκοπούλες και Μάγκες (1936)


Το έθιμο
Οι Καπεταναραίοι είναι παλαιό αποκριάτικο έθιμο της Βέροιας. Είναι ένα χορευτικό - θεατρικό δρώμενο, με ρίζες που δύσκολα ανιχνεύονται, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα από τα έθιμά μας. Σίγουρα όμως οι ρίζες αυτές είναι κοινές με άλλα έθιμα της περιοχής όπως οι Μπούλες και τα Ρουγκάτσια.

Οι Καπεταναραίοι είναι έθιμο που τελούνταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας αλλά και στα χρόνια του μεσοπολέμου από Βεροιωτάδες και από Βλάχους της Βέροιας και των γύρω ορεινών χωριών (Σέλι, Ξηρολίβαδο, Σκυλίτσι). Μετά τον πόλεμο του 1940 δυστυχώς ατόνησε και σιγά-σιγά χάθηκε.
Το έθιμο ετελείτο την περίοδο της Αποκριάς. Η δράση του ήταν κυρίως χορευτική, εμπεριείχε όμως και θεατρικά στοιχεία. Η ονομασία του εθίμου παραπέμπει στους Καπετάνιους των κλεφτών και αρματολών. Η ενδυμασία είναι η κλεφταρματολίτικη φορεσιά των Καπεταναίων, όπως την περιγράφει ο Κων/νος Ζήσιος στο βιβλίο του «Νικοτσάρας», το 1889.

Γραπτές αναφορές για το έθιμο :
Ο ιστορικός της Βέροιας Αναστάσιος Χριστοδούλου[1] αναφέρει σχετικά με τις Αποκριές στη Βέροια προ της απελευθέρωσης αλλά και κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. «Η Βέροια εφημίζετο πάντοτε για τα εξαιρετικά καρναβάλια που παρουσίαζε κάθε χρόνο τις αποκριές, ιδίως κατά τους χρόνους της δουλείας, στους οποίους οι Βεργιώτες ξεφάντωναν εις εθνικάς εκδηλώσεις μέχρι παρεξηγήσεως. Παρέες διάφορες ντυμένοι με την δοξασμένη του αρματολού φουστανέλα και τα επακόλουθα εξαρτήματα, πισλιά, τσαρούχια, σιάπκα, κάλτσες, βουδέτες και άφθονα ασημικά, περιέτρεχον την πόλιν χορεύουσαι και τραγουδούσαι Εθνικά άσματα.
Ο Λάκης Καλλιάνδρας ντυμένος γυναικεία ευρωπαϊκά, κοκώνα αποκαλούμενος, με την ομπρέλα αναποδογυρισμένη, συνέλεγε τα εκ των παραθύρων και των κύκλω θεωμένων, ριπτόμενα νομίσματα, γροσάκια, μεταλλίκια, προς ψυχαγωγίαν των μεταμφιεσμένων.
Τους αρματολούς και κλέφτες, τους οποίους ημείς αποκαλούσαμε "Καπεταναραίους" συνώδευαν όργανα εγχώρια. Οι οργανοπαίκται καίτοι Τουρκόγιουφτοι, εγνώριζον εν τούτοις και τα Εθνικά μας τραγούδια, τα οποία ευχαρίστως ηκούοντο, παιζόμενα».


Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ



Τοπωνύμια είναι τα ειδικά ονόματα που δίνουμε σε διάφορα μέρη της επιφάνειας του χώρου που ζούμε. Όπως σε κάθε πρόσωπο δίνουμε ένα ατομικό όνομα έτσι και σε κάθε τόπο για να τον διακρίνουμε από τους άλλους του δίνουμε ένα όνομα. Τα τοπωνύμια είναι ονόματα που κρύβουν μέσα τους ιστορικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, τοπογραφικές, γεωγραφικές, εθνολογικές, λαογραφικές και άλλες πολλές πληροφορίες. Γι αυτό ο κλάδος της γλωσσολογίας που ασχολείται με αυτά (Ονοματολογία) συνεργάζεται και με άλλες συγγενικές επιστήμες (Ιστορία, Αρχαιολογία, Εθνολογία, Γεωλογία, Γεωγραφία, Λαογραφία). Συγκεκριμένα αυτός που ασχολείται με την Ονοματoλογία θα πρέπει να έχει γλωσσολογική κατάρτιση, να γνωρίζει τους γλωσσολογικούς νόμους, τις φωνητικές μεταλλαγές, τα διαλεκτολογικά γνωρίσματα.  Ονοματολογία λέγεται η επιστήμη που έχει ως αντικείμενό της την μελέτη των Κύριων Ονομάτων. Η επιστήμη αυτή κατά καιρούς θεωρήθηκε ότι περιορίζεται στη μελέτη ονομάτων προσώπων. Έχει όμως ως απώτερο στόχο όχι μόνο τη μελέτη ανθρωπονυμίων, αλλά και τοπωνυμίων, ζωωνυμίων, κ.ά. . Όπως άλλωστε ορίζει ο C. Camproux, η ονοματολογία με την ευρεία έννοια του όρου είναι η ε π ι σ τ ή μη τ ο υ κ ύ ρ ι ο υ ο ν ό μ α τ ο ς, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για όνομα αεροπλάνου, ρομπότ, καταστήματος, όνομα τόπου ή προσώπου.


Σύμφωνα με τον διακεκριμένο ονοματολόγο Χ. Π. Συμεωνίδη "η επιστημονική έρευνα των τοπωνυμίων και ανθρωπωνυμίων ή προσωνυμίων αποτελεί σήμερα αντικείμενο ενός ιδιαίτερου κλάδου της γλωσσολογίας, της ονοματολογίας. Οι λόγοι που επέβαλαν τη δημιουργία του νέου αυτού γλωσσολογικού κλάδου είναι τόσο ο μεγάλος όγκος του ονοματολογικού υλικού κάθε γλώσσας όσο και οι ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει η ερμηνεία και αξιολόγησή του. Έτσι ενώ η ονοματολογία αποτελεί βασικά περιοχή της γλωσσολογίας  παρόλα αυτά αντλεί πληροφορίες  και από άλλες επιστημονικές περιοχές, όπως η ιστορία, η αρχαιολογία, η γεωγραφία, και η τοπογραφία, η εθνολογία, και η λαογραφία κλπ, για να τις αξιολογήσει από τη δική της σκοπιά και για τους δικούς της σκοπούς. Χρονολογικό ορόσημο για την συστηματοποίηση των ονοματολογικών σπουδών στην Ευρώπη αλλά και τον λοιπό κόσμο αποτελεί το πρώτο διεθνές συνέδριο ονοματολογικών σπουδών στο Παρίσι το 1938. Η μεγάλη σπουδαιότητα των ονοματολογικών σπουδών αναγνωρίζεται διεθνώς, ιδρύονται κατά χώρες ονοματολογικές εταιρείες για τη συλλογή και μελέτη των τοπωνυμίων και ανθρωπωνυμίων, εκδίδονται εξειδικευμένα ονοματολογικά περιοδικά, δημιουργούνται πανεπιστημιακές θέσεις στην υπηρεσία του νέου επιστημονικού θεσμού. Σ' ένα από τα μεγαλύτερα ονοματολογικά κέντρα της Ευρώπης εδρεύει σήμερα το Διεθνές Κέντρο Ονοματολογικών Επιστημών, γνωστό ως CISO (Centre International des Sciences Onomastiques), που συντονίζει την ονοματολογική έρευνα σε διεθνές επίπεδο, οργανώνει διεθνή συνέδρια και εκδίδει το περιοδικό Onoma, όπου φιλοξενούνται οι δραστηριότητες των ονοματολογικών επιτροπών των διαφόρων χωρών, καταγράφεται ονοματολογική βιβλιογραφία από ολόκληρο τον κόσμο και δημοσιεύονται ονοματολογικές μελέτες γενικότερου ενδιαφέροντος."

O Ονοματολόγος όσο καλύτερα γνωρίζει την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ιστορία ενός τόπου τόσο πιο αποτελεσματική και γόνιμη θα είναι η εργασία του. Το ίδιο ισχύει και για την Αρχαιολογία η οποία είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο και πηγή γνώσης για τον Ονοματολόγο. Η γνώση της Εθνογραφίας, δηλαδή της επιστήμης που μελετά συγκριτικά τις εκδηλώσεις του πολιτισμού των διάφορων εθνών με ιδιαίτερη έμφαση στην σπουδή των πολιτιστικών εκδηλώσεων των παλιών πολιτισμών, είναι απαραίτητη για την μελέτη και τα συμπεράσματα των ονοματολόγων. 

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2012

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΒΕΡΟΙΑΣ


Λαογραφία-Πολιτισμός

 Θα επιχειρήσουμε  να κάνουμε μια σύντομη  και περιληπτική αναφορά σε αυτό το  τεράστιο κεφάλαιο  σχετικά με τη λαογραφία, τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα της παλιάς Βέροιας. Όταν αναζητήσει κανείς τις ρίζες της λαϊκής και λόγιας παράδοσης της Βέροιας βλέπει πως φθάνει στα πολύ παλιά χρόνια. Πανάρχαιοι φόβοι, μύθοι, θρύλοι, δοξασίες, ήθη  και έθιμα φτάνουν μέχρι σήμερα με πολλές παραλλαγές. Έντονος είναι ο Βυζαντινός της χαρακτήρας και ήδη από  τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής περιόδου και μέχρι σήμερα σώζονται παραδόσεις που αφορούν την θρυλική «Βασίλισσα Βεργίνα».
Πρόκειται για μια Αρχόντισσα που σύμφωνα με την προφορική παράδοση λέγεται πως ήταν γόνος των  Βασιλέων Παλαιολόγων. Ερείπια θερινών παλατιών, τόσο στη γειτονική Βεργίνα όσο και στην Βέροια που αποδίδονται στη Βασίλισσα αυτή, υπάρχουν ακόμα.
Μα η μανία των Τούρκων και η καταπίεση δεν εμπόδισαν την Βέροια να συνεχίσει τον πολιτισμό της και να αναδείξει επιφανείς άνδρες οι οποίοι έγιναν όχι μόνο πανελληνίως γνωστοί αλλά και  στο εξωτερικό. 


1.Ιωάννης Κωττούνιος (1572-1657) Ευεργέτης και διάσημος νεοαριστοτελικός φιλόσοφος.
2.Μητροφάνης  Κριτόπουλος (1589-1639) Λόγιος και Πατριάρχης.
3.Δημήτριος  Ρακτιβάν(1827-1893) Ευεργέτης.
4.Κων/νος Δ. Ρακτιβάν (1865-1935) Πολιτικός.
5.Δημήτριος  Βικέλας (1835-1908) λογοτέχνης, βασικός συντελεστής της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων (1896).
6.Αναστάσιος Σιορμανολάκης (1852-1924) Πολιτικός και Αγωνιστής.

Ξεχωριστή θέση έχουν τα αρχοντικά της Βέροιας με την Μακεδονική αρχιτεκτονική  οι ρίζες της οποίας φθάνουν βαθιά στο Βυζάντιο. Το Βεργιώτικο παραδοσιακό σπίτι ξεχωρίζει με την φρουριακή διαμόρφωση και εμφάνιση, που μαζί με την βαριά δίφυλλη πόρτα με τα πλατυκέφαλα γυφτοκάρφια και ασφαλισμένη από μέσα με τις σιδερένιες αμπάρες, έδινε την εντύπωση ενός μικρού φρουρίου.

Η Βεροιώτικη ενδυμασία  παρουσιάζει ιδιαίτερο αισθητικό ενδιαφέρον και η Βεροιώτισσα με αυτή την φορεσιά φάνταζε σαν Βυζαντινή Αρχόντισσα. Δεν μπορούμε μέσα σε αυτές τις λίγες γραμμές να αναλύσουμε την πολύ όμορφη και πλούσια επίσημη Βεροιώτικη γυναικεία φορεσιά. Απλά θα αναφέρουμε τα κύρια εξαρτήματά της :

Το υφαντό μεταξοβάμβακο εσωτερικό πουκάμισο (κισμίρι), το μεταξωτό ή βαμβακερό, μακρύ, πλισεδωτό, λουλουδάτο ή ριγωτό φουστάνι, η ‘’τραχηλιά’’( με πιπίλα γύρω) η ποδιά, το μεταξένιο ζωνάρι, τα ‘’μανικάκια’’ (με πιπίλα γύρω γύρω), οι πλεχτές κάλτσες, τα δερμάτινα παπούτσια, τα επανωφόρια, που ήταν η ‘’σαλταμάρκα (κοντή ζακέτα) ή λιμπαντί, το κοντογούνι (λιμπαντί με γούνα) το μακρολέμπαντο και ο  ‘’τσουμπές’’(μακρύ επανωφόρι για τις ηλικιωμένες) με απαραίτητα συμπληρώματα το ‘’φακιόλι’’ στο κεφάλι, τα μαργαριτάρια, τα φλουριά, το χρυσό ρολόι και τα δακτυλίδια

Η φορεσιά αυτή δείχνει ότι οι Βεροιώτες ζούσαν μια πολυτελή ζωή και οι γυναίκες όσον αφορά στο ντύσιμό τους είχαν ανεβασμένο αισθητικό επίπεδο με λεπτή, αυστηρή γραμμή χωρίς υπερβολές και πολύ φανταχτερά χρώματα.


Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Τι έχεις καημένη συνφάδα μ΄συνφάδα

Της Μαριγούδας

Τζομπανοπούλα

Συρτός Βέροιας

Συγκαθιστός Βέροιας

Σταμούλω

Σεβντί μαμάμ

Μαρμαρένια μου βρυσούλα

Κόρη με τα ξανθά μαλλιά

Η καταστροφή της Βέροιας

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΧΟΡΩΝ ΒΕΡΟΙΑΣ - ΝΑΟΥΣΑΣ


ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΒΕΡΟΙΑΣ


ΤΖΟΜΠΑΝΟΠΟΥΛΑ


Σύρε να πεις της μάνας σου, τσομπανί μ’ τσομπάνι,
να κάνει κι άλλη κόρη τζομπανοπούλα μου
να κάνει κι άλλη κόρη σου λεν τα μάτια μου.
Ωφ, ωφ, ωφ, γιλάστηκα μικρός κι αρραβωνιάστηκα (δις)
ας τα ψάρια να καούνι κι έβγα έξω να τα πούμι (δις)

Ακόμα δεν απόθανα τσομπανί μ’ τσομπάνι
μ’ άναψαν τα κηριά μου τζομπάνοπουλα μου
μ’ άναψαν τα κηριά μου σε λεν τα μάτια μου.
Ωφ, ωφ, ωφ, γιλάστηκα μικρός κι αρραβωνιάστηκα (δις)
Ωφ, ωφ, ωφ και πως μυρίζει το χταπόδι με το ρύζι.


ΜΑΡΜΑΡΕΝΙΑ ΜΟΥ ΒΡΥΣΟΥΛΑ



Μαρμαρέ - Μαρμαρένια μου βρυσούλα
ώχ! αμάν κι αμάν αμάν
πώς βαστάς κρυγιό νιρό

Έτσ' βαστώ, έτσ' βαστώ κι ίγώ ή καϋμένους
ώχ αμάν κι αμάν αμάν
της αγάπης τον καημό

Κίνησα, κίνησα να έρθου βράδυ
ωχ αμάν κι αμάν - αμάν
μ' έπιασιν ψιλή βρουχή

Άς κινού - άς κινούσις για να έρθεις
ωχ αμάν κι αμάν - αμάν
κι ας γινόσουνα παπί

Είχα ρού - είχα ρούχα νά σ' αλλάξου
ωχ! αμάν κι αμάν - αμάν
πάπλουμα να σκιπαστείς

Και κορμά- και κορμάκι ν’ αγκαλιάσεις
ωχ! αμάν κι αμάν - αμάν
ώσπου να ξημερωθείς


ΖΑΧΑΡΟΥΛΑ ΤΩΝ ΒΛΑΧΩΝ ΝΑΟΥΣΑΣ - ΒΕΡΟΙΑΣ






ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ


ΑΝΤΙΚΡΙΣΤΟΣ



Μη νομίσεις Καραγιάννη, Μπίμπασι γαμπρόν δα βρείς
Μπίμπασι γαμπρόν δα κάμεις όμως δεν θ’αξιωθείς.

Ανιβαίνουν κατιβαίνουν όλου πλούσια πιντγιά
κι η Χαρίκλεια τους κιρνούσι, μαστιχάτα αρακιά.

Για χαρά σου Λισσαβούδα είνι τώρα πια καιρός
κι την προίκα που δα πάρεις σι την έφτιασι ου γαμπρός.

Γεια χαρά σου Μαγκαβέλα τι χαρά σι καρτιρεί
και τη νύφη που δα πάρεις θα σ’ ανοίξει μαγαζί.

Μαρή μούλου κουσκινιάρου έβγα συ στου μαχαλά
που σι βγάλανι τραγούδι της πουλιάνας τα πιδιά.


Μπίμπασης = Στρατιωτικός βαθμός, Χιλίαρχος





ΜΑΚΡΙΝΙΤΣΑ


 Και το πολύ κι αϊμάν αμάν τ’ ανάθεμα να το’ χει ο Λιάμ τσιαούσης
Μακρινίτσα μου καημόν πό’ χει η καρδίτσα μου
Που χάλασιν κι αϊμάν αμάν τη Νιάουστα που ήταν κεφαλοχώρι μα τον ουρανό κορμί που τυραννώ
Που ήταν λουλούδι στο ντουνιά και χλάμπουρο στην πόλη μα τον ουρανό κορμί που τυραννώ
Τρία πουλιά κι αϊμάν αμάν καθόντανε στης Νιάουστας το κάστρο Μακρινίτσα μου καημόν πό’ χει η καρδίτσα μου
Το’ να κοιτάει κι αϊμάν αμάν τα Βοδενά τ’ άλλο τη Σαλονίκη μα τον ουρανό κορμί που τυραννώ
Το τρίτο το κι αϊμάν αμάν μικρότερο μοιριολογάει και λέει μα τον ουρανό κορμί που τυραννώ
Μας χάλασαν Μπέη μ’ τη Νιάουστα μας πήραν τις γυναίκις μα τον ουρανό κορμί που τυραννώ
Πήραν μανούλις με παιδιά και πιθιρές με νύφις Μακρινίτσα μου καημόν πό’ χει η καρδίτσα μου
και πιθιρές με νύφις μα τον ουρανό κορμί που τυραννώ
Πήραν Μπέη μ’ κι αϊμάν αμάν μια αρχόντισα κι μια κυρά μιγάλη μα τον ουρανό κορμί που τυραννώ
Περπάτα μήλο κόκκινο και μήλο μου βαμμένο μα τον ουρανό κορμί που τυραννώ
Μήναν τα ρούχα σε βαρούν μήναν τα κοντογούνια Μακρινίτσα μου καημόν πό’ χει η καρδίτσα μου
Ούτε τα ρούχα με βαρούν κι ούτε τα κοντογούνια Μακρινίτσα μου καημόν πό’ χει η καρδίτσα μου
Μόν’ με βαρεί κι αϊμάν αμάν το ντέρτι μου που έχω στην καρδιά μου Μακρινίτσα μου καημόν πό’ χει η καρδίτσα μου,
που έχω στην καρδιά μου μα τον ουρανό κορμί που τυραννώ
Που έσφαξαν κι αϊμάν αμάν τον άντρα μου μέσα στην αγκαλιά μου μα τον ουρανό κορμί που τυραννώ
Που έσφαξαν κι αϊμάν αμάν τον άντρα μου μέσα στην αγκαλιά μου Μακρινίτσα μου καημόν πό’ χει η καρδίτσα μου.



ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ - ΑΝΤΙΚΡΙΣΤΟΣ



Απού τα μικρά μου χρόνια αγαπούσα ένα πιδί
κι του βάλανι στα λόγια κι δεν θέλει να με ιδεί
Βρύση μου μαλαματένια πως βαστάς κρίγιο νερό
πως βαστώ κι γώ η καημένη της αγάπης τουν καημό.
Κίνησα να ρθω ένα βράδυ μ’έπιασι ψιλή βρουχή
τον Θεό παρακαλούσα για να σ’ έβρου μουναχή.
Ούτι μουναχή σι βρίσκου ούτι μι τη μάννα σου
μον’σι βρίσκου αγκαλιασμένη μι τη φιλινάδα σου.
λα α α λα λα λα, λα λα λα λα……………………
Δε μπουρώ να καταλάβου μ’αγαπάς ή μι γιλάς
ή μι μένα κουρουϊδεύεις τουν κιρό σου να πιρνάς.
Απού τα μικρά μου χρόνια στην αγάπη τράνιψα
κι όποιος θέλει ας μι ρουτήσει βάσανα που τράβηξα.
λα α α λα λα λα,λα λα λα λα…………………
Πότι δα ρθούν οι απουκριές να γίνου καρναβάλι
να ιδώ κι την αγάπη μου να δένει του ζουνάρι.
Ιγώ τις «Μπούλις»καρτιρώ να ιδώ τουν έρουτά μου
για να μι κάνει νόημα να χαίριτι η καρδιά μου.

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

ΚΑΠΕΤΑΝΑΡΑΙΟΙ ΒΕΡΟΙΑΣ - ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Γράφει ο Γιάννης Τσιαμήτρος
Εκπ/τικός – χοροδιδάσκαλος

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΛΑΟΣ Βέροιας στις 14.02.2009

Οι Αποκριές και το  Καρναβάλι ήταν ένα ξέσπασμα και ξεκούρασμα των ανθρώπων,  με ερωτική και σεξουαλική ελευθεριότητα, για να έρθει η Σαρακοστή με την σωματική συντήρηση και την πνευματική περισυλλογή μέχρι το Πάσχα. Ονομάστηκαν Αποκριές, επειδή τη περίοδο αυτή, συνηθίζεται να μην τρώνε κρέας οι Χριστιανοί, δηλαδή «να απέχουν από κρέας».
Λέγεται  επίσης  της Τυροφάγου, γιατί την εβδομάδα αυτή τρώνε μόνο γαλακτοκομικά  για να προετοιμαστούν σιγά - σιγά για τη νηστεία της Σαρακοστής. Το Καρναβάλι που είναι  Ρωμαϊκή λέξη έχει την ίδια έννοια με τις  Αποκριές (αποχή από το κρέας) – Καρναβάλι (carno-is=κρέας valeo=απέχω). Όπως και στο Δωδεκαήμερο έτσι και στις Αποκριές (με τις μεταμφιέσεις, τους χορούς, τα σατιρικά τραγούδια, τα φαγοπότια, την θύμηση των νεκρών και το κάψιμο των κέδρων) επιζητείται η γονιμότητα, η βλάστηση, η καρποφορία και γενικά η μετάβαση από τον χειμώνα στην άνοιξη, συμβολισμός που υπήρχε και στις αρχαίες Διονυσιακές γιορτές.
  Όλοι συμφωνούν ότι τα έθιμα της Αποκριάς έχουν τις ρίζες τους βαθιά στην αρχαιότητα και σηματοδοτούν την μετάβαση από το χειμώνα στην άνοιξη, την αναγέννηση της φύσης. Μάλιστα, υπάρχουν πολλές ομοιότητες με τα “Σατουρνάλια”, μια από τις αρχαιότερες γιορτές προς τιμήν του Διονύσου, κατά την οποία οι πιστοί μεταμφιέζονταν, χόρευαν, τραγουδούσαν και κατανάλωναν άφθονη ποσότητα κρασιού προς τιμή της θεότητας και από τις αρχαιότερες «Διονυσιακές γιορτές» των Ελλήνων, όπου οι άνθρωποι μεταμφιέζονταν, χόρευαν, τραγουδούσαν πίνοντας κρασί και το κέφι έφτανε στο κατακόρυφο προς τιμή του Διόνυσου. Υπάρχουν ομοιότητες επίσης με τις παλιές «εθνικές»  γιορτές της Ρωμαϊκής εποχής (Κρόνια, Λουπερκάλια κλπ) όπου δέσποζαν το γλέντι, η ψυχαγωγία και το «μασκάρεμα».
Σήμερα, σε πολλές περιοχές της χώρας, αναβιώνουν έθιμα του παρελθόντος που σχετίζονται με τις Απόκριες, προσελκύοντας μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων και επισκεπτών, κυρίως όμως αποδεικνύοντας την ανάγκη του ανθρώπου να διασκεδάσει, απεκδυόμενος την εικόνα του και φορώντας έναν άλλο μανδύα.
Έτσι η γιορτή διατήρησε τα δύο βασικά σκέλη της : Το φαγοπότι και τη μεταμφίεση. Το καρναβάλι αποτελεί αφορμή για ξεφάντωμα και πειράγματα.  Η περίοδος της Αποκριάς θεωρείται κατεξοχήν περίοδος εκτόνωσης, μια περίοδος κατά την οποία ο άνθρωπος ξεφεύγει από την καθημερινότητά του και εξωτερικεύει τα πάθη του με τη βοήθεια της μεταμφίεσης.
Σημαντικές τελετές διεξάγονται την περίοδο της Αποκριάς στην Νάουσα  της Μακεδονίας με τις «Μπούλες», με τους «Γιανίτσαρους»« στα Λεχαινά Ηλείας στην Πελοπόννησο με τους «Καρνάβαλους» στο Σωχό Μακεδονίας, με τους «Μπαμπούγερους στο Φλάμπουρο Σερρών, με τα «Κετσέκια» στο Ποντισμένο Σερρών κλπ.
Μεγαλύτερα κέντρα καρναβαλίστικου ξεφαντώματος ήταν, όπως και σήμερα, η Πάτρα με το περιβόητο Πατρινό καρναβάλι, που έχει τις ρίζες του στις αρχές του 19ου αιώνα, η Ξάνθη, η Θήβα με τον περίφημο «βλάχικο γάμο» της.
Στη Θήβα γίνεται και σήμερα ο «βλάχικος γάμος» που αρχίζει από την Τσικνοπέμπτη και αποτελείται από το προξενιό, το γάμο δυο νέων και τελειώνει με την πορεία των προικιών της νύφης και το γλέντι των συμπεθέρων. Όλες αυτές οι διαδικασίες είναι γεμάτες από σατυρική αθυροστομία, κέφι, γλέντι και χορό. Στην Πάτρα γίνεται το μεγαλύτερο καρναβάλι της Ελλάδας με διάρκεια δύο μηνών και την τελευταία Κυριακή της αποκριάς γίνεται παρέλαση αρμάτων με επικεφαλής το ομοίωμα του θεού της αποκριάς του «Καρνάβαλου» και ακολουθία διάφορων άλλων έξυπνων μασκαρεμάτων, με τη συμμετοχή 40.000 καρναβαλιστών, και πλήθους επισκεπτών ενώ το κέφι δίνει και παίρνει.
   Στην περίοδο αυτή έχουμε σε όλη την Ελλάδα ποικιλόμορφα  παγανιστικά έθιμα  και δρώμενα (δραματικές παραστάσεις): Τα «εξ αμάξης» στην Αγιάσο Λέσβου, Τη «Δίκη του Αγά» στην Χίο,  τον «Γέρο και την Κορέλα» στην Σκύρο, Τα «Ζευγάρια» στην  Άνδρο, τον «Τρίφτη» στην Σάμο, την «Τσαμπούνα» στην Σάμο, Τα «Σκάλιθρα» στην Λέσβο, Τον «Πίρονα» στην Ζάκυνθο, Τα «Φεστίνια» στην Ζάκυνθο, Τα «φαλοφόρια», Ελασσόνα, Ρέθυμνο, Ολυμπος Καρπάθου,  Τον «Καλόγερο» στην Αγία Ελένη Σερρών και Μελίκη Ημαθίας, την  «Σοπάνικα»  στην Ξάνθη, «Πως το τρίβουν το πιπέρι» στον Τίρναβο, Το «Μπουράνι» στον Τίρναβο, Τον «Μπέη» σε Διδυμότειχο, Καστανιές, Πεντάλοφο, Ρίζια Ν. Έβρου, Τον «Καντή» στο Ρέθυμνο, Τα «Φαλλοτράγουδα» στην Κήρανθο Εύβοιας, Τα «Ερωτόπαθα» στην Σέριφο, Την «Καμήλα» στη Σίφνο, Τους «Καλόγερους»  στο Χωριό Άγιος Γεώργιος στα ανατολικά της Βιζύης  Ανατολικής Θράκης (έθιμο διαφορετικό από αυτό των Σερρών), Τον «Κούκερο ή χούχουτο»  στο Ευκάριο Θράκης, τον «Μπέη ή Κιομπέη» στους Ορτάκιους Αλεξανδρούπολης, τους  «Πιτεράδες» στο χωριό Κωστί Αλεξανδρούπολης  κλπ.
    Στην Κοζάνη γίνεται το έθιμο του φανού, κατά το οποίο φωτιές και υπαίθρια γλέντια στήνονται σε διάφορες γειτονιές της πόλης.  Οι “φανοί”, οι μασκαράδες που περιφέρονται σε όλη την πόλη, οι λαϊκοί οργανοπαίκτες και οι μπάντες στους δρόμους, το κρασί, τα “κιχιά” και τα κεράσματα σε όλους, η έντονη σκωπτική διάθεση και η καθολική συμμετοχή στα δρώμενα, είναι τα χαρακτηριστικά των αποκριάτικων ημερών. Σήμερα, τις ημέρες του καρναβαλιού η Κοζάνη αποδεσμεύεται από τα καθημερινά προσχήματα και επαναφέρει το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα για να εκφραστεί αυθεντικότερα και να ξεφαντώσει διονυσιακά. Το μεσημέρι της μεγάλης αποκριάς γίνεται παρέλαση αρμάτων και μεταμφιεσμένων ομάδων που εκπροσωπούν την κάθε γειτονιά.
Ακολουθεί βράβευση της πιο εντυπωσιακής συμμετοχής, από το Δήμο Κοζάνης, σε ειδική τελετή που γίνεται στο πάρκο του Αγίου Δημητρίου. Το βράδυ της μεγάλης αποκριάς σε κάθε γειτονιά ανάβουν οι “φανοί”, μεγάλες φωτιές γύρω από τις οποίες χορεύουν και τραγουδούν μικροί και μεγάλοι.  Το κρασί, τα “κιχιά”, τα κεράσματα για όλους, αλλά κυρίως το ιδιαίτερα “καυτό” περιεχόμενο των τραγουδιών που λέγονται “ξιανέντροπα” ή “νοικουκυρίσια”, αποτελούν εγγύηση άμυνας στο τσουχτερό κρύο που επικρατεί εκείνη την εποχή.
Δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε το  αποκριάτικο έθιμο της Νάουσας με τις «Μπούλες» όπου κυριολεκτικά τις ημέρες των Αποκριών η Νάουσα αποτελεί πόλο έλξης για όσους αναζητούν ένα πραγματικά παραδοσιακό καρναβάλι. Έχουν γραφτεί πάρα πολλά   για το καρναβάλι της Νάουσας  και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβουμε. Όμως αυτό που έχει μεγάλη σημασία  και  πρέπει να σημειώσουμε είναι να δώσουμε συγχαρητήρια στον κόσμο της Νάουσας  που κατάφερε  να διατηρήσει το καρναβάλι του γνήσια παραδοσιακό, χωρίς ξενικά πρότυπα, όπου  δεν γίνεται  απλή αναβίωση του εθίμου, αντιθέτως το έθιμο  συνεχίζεται αυθεντικό όπως τα παλιά χρόνια, πράγμα που δείχνει ότι οι άνθρωποι αυτοί αγαπούν και σέβονται τον τόπο τους.
 

ΚΑΠΕΤΑΝΑΡΑΙΟΙ ΒΕΡΟΙΑΣ

 Στην Βέροια το καρναβάλι ήταν επίσης εντυπωσιακό, όμως στις αρχές της 10ετίας του ‘60  ατόνησε εξαιτίας ενός  θανάτου κάποιου πλούσιου Εβραίου πιθανόν από καρναβαλιστές   κατά την περίοδο της Αποκριάς. Από τότε έγιναν κάποιες προσπάθειες αναβίωσης του καρναβαλιού  από μέρους του Δήμου της Βέροιας, πιστεύουμε με λάθος προσανατολισμό (ξενικά  και μοντέρνα πρότυπα) με επιτυχία αλλά χωρίς διάρκεια. 
Αυτό που ήταν σημαντικό την περίοδο της Αποκριάς στην Βέροια ήταν  το έθιμο των «Καπεταναραίων»   το οποίο αναβιώνει  τα σημερινά χρόνια ο «Λαογραφικός Σύλλογος  Βλάχων Βέροιας» και το οποίο είχε ανθήσει πολύ στα χρόνια του μεσοπολέμου. Το έθιμο τελούνταν από ντόπιους Βεροιωτάδες και από Βλαχόφωνους  Έλληνες της Βέροιας.  Τo μπουλούκι των Βλάχων ήταν το πιο εντυπωσιακό. Το έθιμο είχε πολλές ομοιότητες με τις Μπούλες της Νάουσας. Στον 19ο αιώνα οι καπεταναραίοι της Βέροιας είχαν και μάσκες, όμως μετά την απελευθέρωση το 1912 δεν φορούσαν μάσκες.
Από τον Αϊ Δημήτρη οι νεαροί άντρες της Βέροιας (καλοί χορευτές) προετοιμάζονταν από μόνοι τους  με δικά τους χρήματα και χωρίς την παρέμβαση κάποιου συλλόγου ή του Δήμου. Συγκεντρώνονταν η ομάδα και ιδιαίτερα οι βλάχοι έλεγαν «τσε βα σφουτσιέμ  λα Παριάσινι; = τι θα κάνουμε τις Αποκριές;». Ετοίμαζαν τις φορεσιές τους με μεγάλη προσοχή και φροντίδα. Ήταν το μόνο μέλημα τους και περιμένανε πως και πως  τις Αποκριές. Μάζευαν  πολλά ασήμια, σιρίτια, στολίδια, κιουτσέκια (διπλές, τριπλές ασημένιες αλυσίδες) για να τα βάλουν στο στήθος. Την Κυριακή της Αποκριάς  τα μπουλούκια  αφού ντύνονταν με ευλάβεια στα σπίτια τους συναντιόντουσαν στην πλατεία Ωρολογίου μετά το σχόλασμα της εκκλησίας και αρχίζανε τις πατινάδες στους μαχαλάδες της πόλης όπου χόρευαν σε κάθε μαχαλά ο καθένας τον δικό του χορό με την σειρά.
Στους μαχαλάδες έκαναν συνήθως το εξής έθιμο: Δύο τσολιάδες πάλευαν με τα σπαθιά και σε κάποια στιγμή ο ένας έπεφτε κάτω προσποιούμενος τον νεκρό.  Οι μουσικοί έπαιζαν έναν πένθιμο σκοπό. Έρχονταν ο άλλος από επάνω και έκανε αναπαράσταση γδαρσίματος  αρνιού χρησιμοποιώντας μια τριχιά (σχοινί) σαν να έβγαζε τα έντερα του «νεκρού». Σε κάποια στιγμή ο πεθαμένος ζωντάνευε (στοιχείο νεκρανάστασης) και συνεχίζονταν  ο χορός. Το βράδυ  το γλέντι συνεχίζονταν σε καφενείο μέχρι τις  πρωινές ώρες, κοιμόντουσαν λίγο μαζί με την φορεσιά και την Καθαρά Δευτέρα έκαναν το ίδιο πράγμα και στο τέλος κατέληγαν στην  τοποθεσία Ελιά όπου σερβίρονταν και ο παραδοσιακός Βεροιώτικος φασουλοταβάς. Οι οργανοπαίχτες  ήταν από τη Νάουσα και την Έδεσσα (χάλκινα όργανα).
Το μπουλούκι αποτελούνταν από  φουστανελοφόρους, βοσκοπούλες και μάγκες και όλοι τους  ήταν άντρες. Δεν υπήρχαν γυναίκες στο μπουλούκι. Οι φουστανελοφόροι  φορούσαν τσαρούχια με φούντα, καλτσοδέτες, μάλλινες μεγάλες  άσπρες κάλτσες ή  άσπρα χολέβια (τσουάριτς), πουκαμίσα (καμάσια) με πολλες δίπλες στο μπροστινό μέρος, άσπρο ψιλό καλοδουλεμένο τσιπούνι, από μέσα είχαν μάλλινη φανέλα (κατασάρκο) με κεντήματα στα μανίκια, γιλέκο (τσαμαντάνι), μαντήλι στο λαιμό και φυσικά είχαν τα ασημικά στο στήθος.  Οι άλλοι μισοί άντρες ήταν μεταμφιεσμένοι σε βοσκοπούλες και οι «μάγκες» (συνήθως δύο) φορούσαν Αρβανίτικη φορεσιά (φυσικλίκια, πιστόλια, μαύρη ζίβρα = σαλβάρι, μαύρο πουκάμισο και μαύρο γιλέκο, μαύρο καπέλο στο κεφάλι με ψεύτικα μεγάλα μαλλιά για να είναι αγριωποί). Αυτοί φύλαγαν το μπουλούκι με καμτσίκια (ένας μπροστά κι ένας από πίσω). Είχαν κι έναν καπετάνιο ως αρχηγό.
Οι χοροί που χορεύονταν ήταν η Πατρώνα,  τα Τσάμικα (το Καραϊσούφ, τα Σάλωνα, τα Μαγια, ένα ξεχασμένο τώρα Μπεράτικο τσάμικο), Μπεράτικα, Συρτά, το Καραπατάκι, η Γκάιντα, Χασαπιές, η Ζαχαρούλα και άλλα. Ο καθένας είχε το χορό του. Ήταν καταπληκτικοί χορευτές και εντυπωσίαζαν με την χορευτική τους δεινότητα. Το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού του πρωτοχορευτή ήταν εμφανές και απαράμιλλο. Σπουδαίοι χορευτές Καπεταναραίοι  στον μεσοπόλεμο  ήταν ο Γιάννης Κοτρώνης (Τσιαμήτρος), ο Τάκης Κυρίτσης, ο Γιώργης Αράβας, ο Μόκανος, ο Αρίστος Ζαρογιάννης, ο Περικλούσιος Δημούλας, ο Τάκης Πατσιαβούρας, ο Νίκος Βουρδούνης  και άλλοι πολλοί.
(Για το έθιμο των Καπεταναραίων  Βέροιας πληροφοριοδότης μας είναι Ο 89χρονος Κώστας Τσιαμήτρος (Ψωμάς) ο οποίος  συμμετείχε ενεργά στο έθιμο στον μεσοπόλεμο και ήταν σπουδαίος χορευτής).


Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΒΕΡΟΙΑΣ

















































Πηγή πληροφοριών : Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας (ψηφιακό αποθετήριο Μέδουσα) http://www.libver.gr/