ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 馬其頓. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 馬其頓. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ



Τοπωνύμια είναι τα ειδικά ονόματα που δίνουμε σε διάφορα μέρη της επιφάνειας του χώρου που ζούμε. Όπως σε κάθε πρόσωπο δίνουμε ένα ατομικό όνομα έτσι και σε κάθε τόπο για να τον διακρίνουμε από τους άλλους του δίνουμε ένα όνομα. Τα τοπωνύμια είναι ονόματα που κρύβουν μέσα τους ιστορικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, τοπογραφικές, γεωγραφικές, εθνολογικές, λαογραφικές και άλλες πολλές πληροφορίες. Γι αυτό ο κλάδος της γλωσσολογίας που ασχολείται με αυτά (Ονοματολογία) συνεργάζεται και με άλλες συγγενικές επιστήμες (Ιστορία, Αρχαιολογία, Εθνολογία, Γεωλογία, Γεωγραφία, Λαογραφία). Συγκεκριμένα αυτός που ασχολείται με την Ονοματoλογία θα πρέπει να έχει γλωσσολογική κατάρτιση, να γνωρίζει τους γλωσσολογικούς νόμους, τις φωνητικές μεταλλαγές, τα διαλεκτολογικά γνωρίσματα.  Ονοματολογία λέγεται η επιστήμη που έχει ως αντικείμενό της την μελέτη των Κύριων Ονομάτων. Η επιστήμη αυτή κατά καιρούς θεωρήθηκε ότι περιορίζεται στη μελέτη ονομάτων προσώπων. Έχει όμως ως απώτερο στόχο όχι μόνο τη μελέτη ανθρωπονυμίων, αλλά και τοπωνυμίων, ζωωνυμίων, κ.ά. . Όπως άλλωστε ορίζει ο C. Camproux, η ονοματολογία με την ευρεία έννοια του όρου είναι η ε π ι σ τ ή μη τ ο υ κ ύ ρ ι ο υ ο ν ό μ α τ ο ς, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για όνομα αεροπλάνου, ρομπότ, καταστήματος, όνομα τόπου ή προσώπου.


Σύμφωνα με τον διακεκριμένο ονοματολόγο Χ. Π. Συμεωνίδη "η επιστημονική έρευνα των τοπωνυμίων και ανθρωπωνυμίων ή προσωνυμίων αποτελεί σήμερα αντικείμενο ενός ιδιαίτερου κλάδου της γλωσσολογίας, της ονοματολογίας. Οι λόγοι που επέβαλαν τη δημιουργία του νέου αυτού γλωσσολογικού κλάδου είναι τόσο ο μεγάλος όγκος του ονοματολογικού υλικού κάθε γλώσσας όσο και οι ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει η ερμηνεία και αξιολόγησή του. Έτσι ενώ η ονοματολογία αποτελεί βασικά περιοχή της γλωσσολογίας  παρόλα αυτά αντλεί πληροφορίες  και από άλλες επιστημονικές περιοχές, όπως η ιστορία, η αρχαιολογία, η γεωγραφία, και η τοπογραφία, η εθνολογία, και η λαογραφία κλπ, για να τις αξιολογήσει από τη δική της σκοπιά και για τους δικούς της σκοπούς. Χρονολογικό ορόσημο για την συστηματοποίηση των ονοματολογικών σπουδών στην Ευρώπη αλλά και τον λοιπό κόσμο αποτελεί το πρώτο διεθνές συνέδριο ονοματολογικών σπουδών στο Παρίσι το 1938. Η μεγάλη σπουδαιότητα των ονοματολογικών σπουδών αναγνωρίζεται διεθνώς, ιδρύονται κατά χώρες ονοματολογικές εταιρείες για τη συλλογή και μελέτη των τοπωνυμίων και ανθρωπωνυμίων, εκδίδονται εξειδικευμένα ονοματολογικά περιοδικά, δημιουργούνται πανεπιστημιακές θέσεις στην υπηρεσία του νέου επιστημονικού θεσμού. Σ' ένα από τα μεγαλύτερα ονοματολογικά κέντρα της Ευρώπης εδρεύει σήμερα το Διεθνές Κέντρο Ονοματολογικών Επιστημών, γνωστό ως CISO (Centre International des Sciences Onomastiques), που συντονίζει την ονοματολογική έρευνα σε διεθνές επίπεδο, οργανώνει διεθνή συνέδρια και εκδίδει το περιοδικό Onoma, όπου φιλοξενούνται οι δραστηριότητες των ονοματολογικών επιτροπών των διαφόρων χωρών, καταγράφεται ονοματολογική βιβλιογραφία από ολόκληρο τον κόσμο και δημοσιεύονται ονοματολογικές μελέτες γενικότερου ενδιαφέροντος."

O Ονοματολόγος όσο καλύτερα γνωρίζει την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ιστορία ενός τόπου τόσο πιο αποτελεσματική και γόνιμη θα είναι η εργασία του. Το ίδιο ισχύει και για την Αρχαιολογία η οποία είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο και πηγή γνώσης για τον Ονοματολόγο. Η γνώση της Εθνογραφίας, δηλαδή της επιστήμης που μελετά συγκριτικά τις εκδηλώσεις του πολιτισμού των διάφορων εθνών με ιδιαίτερη έμφαση στην σπουδή των πολιτιστικών εκδηλώσεων των παλιών πολιτισμών, είναι απαραίτητη για την μελέτη και τα συμπεράσματα των ονοματολόγων. 

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ



Οι ρίζες του δημοτικού τραγουδιού όσο και αν αυτό φαίνεται ότι είναι δημιούργημα των νεώτερων χρόνων, προχωρούν βαθειά στο παρελθόν. Κατά την άποψη των Φ. Ανωγειανάκη  και Στ. Κυριακίδη οι αρχές του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού ανιχνεύονται στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και συγκεκριμένα στις ορχηστικές και παντομιμικές παραστάσεις, (τραγικός παντόμιμος-παράδοση θεάτρου) όπως αυτές διαμορφώνονται μέσα στις νέες κοινωνικές και πνευματικές συνθήκες ύστερα από τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Οι αρχές του δημοτικού τραγουδιού είναι ένα πρόβλημα με πολλές αφώτιστες ακόμη πλευρές και η προσπάθεια να ορίσουμε την εποχή της πρώτης τους σύνθεσης είναι και μάταιη και χωρίς επιστημονική σημασία. Ωστόσο  με βάση τα αδιαμφισβήτητα πορίσματα πάνω στο πρόβλημα, οι χρονολογίες που σημαδεύουν την εξέλιξη του δημοτικού τραγουδιού είναι η δημιουργία του ακριτικού τραγουδιού στον 9ο και 10ο αιώνα στις ανατολικές άκρες της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η άνθηση του ερωτικού τραγουδιού στα νησιά του Αιγαίου και της Κρήτης τον 15ο και 16ο αιώνα και η γέννηση του κλέφτικου τραγουδιού στην ηπειρωτική Ελλάδα μέσα στον 18ο αιώνα.

Ο C. Fauriel μας λέει: «Οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν μια δημοτική ποίηση με όλη τη σημασία της λέξης, ακριβή και αληθή έκφραση του χαρακτήρα και της πνευματικής ανάπτυξης του Έθνους, την οποία κάθε Έλληνας αντιλαμβάνεται, κατανοεί και αγαπά. Ο κλάδος αυτός της ζωντανής ελληνικής ποίησης παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί σε αυτόν μόνο βρίσκουμε τα περισσότερα στοιχεία των πεποιθήσεων και δεισιδαιμονιών, τα οποία οι αρχαίοι Έλληνες κληροδότησαν στους απογόνους τους. Τα σύγχρονα δημοτικά τραγούδια προήλθαν από την συνεχή μεταβολή των αρχαίων»   Η άποψη αυτή του Fauriel, αν και ορθή ως προς τις γενικές της αρχές, δεν μπορούσε στην εποχή του να στηριχθεί επαρκώς γιατί το αποδεικτικό υλικό που είχε στη διάθεσή του ήταν περιορισμένο.

Από τις έρευνες άλλων  σπουδαίων Ελλήνων  λαογράφων, όπως των Νικ. Πολίτη, Στιλ. Κυριακίδη, Γ. Μέγα, Γ. Σπυριδάκη, αποδείχθηκε ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πολλά λαϊκά τραγούδια που συνήθιζαν να τραγουδούν στην εργασία, τις γιορτές και τις κάθε λογής λαϊκές εκδηλώσεις τους. (o Ιμαίος, το τραγούδι των μυλωνάδων, ο αίλινος, το τραγούδι του αργαλειού, ο ίουλος, το τραγούδι του θέρου,  ο λίνος το τραγούδι του τρυγητού, το επιλήνιον, το τραγούδι κατά το πάτημα των σταφυλιών στο ληνόν = πατητήρι, ο βουκολιασμός, το τραγούδι των βοσκών,  η ύπαρξη «αγυρτικών» τραγουδιών από την εποχή του Ομήρου ακόμα   με αποτρεπτικό ή ευχετικό χαρακτήρα σχετικά με το μαρασμό και την αναγέννηση της φύσης όπως το τραγούδι Ειρεσιώνης στη Σάμο το Χελιδόνισμα στη Ρόδο  που τα βλέπουμε στα εποχικά νεοελληνικά τραγούδια κα στα κάλαντα, τα σκόλια αυτοσχέδια συμποσιακά τραγούδια, οι Καταβαυκαλήσεις δηλ αρχαία νανουρίσματα, η αλήτης τραγούδι στο παιχνίδι της κούνιας, ο ολοφυρμός-μοιρολόι πάνω στο νεκρό, οι κώμοι - τραγούδια σατιρικά στις γιορτές του Διόνυσου και άλλα πολλά).

Από τα τραγούδια αυτά ελάχιστα διασώθηκαν. Επίσης ως αξιόλογα στοιχεία που αποδεικνύουν τη σχέση με την αρχαιότητα, ο Στ. Κυριακίδης θεωρεί τα εξής:
Οι  λέξεις "τραγούδι", "παραλογή" και "καταλόγι". Η λέξη "τραγούδι" προέρχεται από τη λέξη "τραγωδία" η οποία ήδη από τον 10ο αιώνα μ.Χ. είχε λάβει τη σημασία του άσματος (τραγουδιού) ενώ η λέξη "παραλογή" ετυμολογείται πιθανότατα από την "παρακαταλογή" που δήλωνε είδος μελοδραματικής απαγγελίας. Η λέξη "καταλόγι" που σήμερα κατά περιοχές έχει διάφορες σημασίες όπως λ.χ. μοιρολόι, δίστιχο, "παροιμία", προέρχεται από την αρχαία λέξη "καταλογή" (ρήμα = καταλέγω) που σήμαινε αφήγηση, τραγούδι, μελωδική απαγγελία.
Οι  υποθέσεις μερικών τραγουδιών των οποίων ο πυρήνας θυμίζει αρχαίους μύθους συνηθισμένους στο θέατρο. Έτσι λ.χ. το θέμα του τραγουδιού "Ο γυρισμός του ξενιτεμένου" που είναι διαδεδομένο στην ποίηση των ευρωπαϊκών λαών, έχει σχέση με το επεισόδιο της αναγνώρισης του Οδυσσέα από την Πηνελόπη.
Η χρησιμοποίηση του δεκαπεντασύλλαβου ιαμβικού στίχου που πιθανότατα είναι εξέλιξη του αρχαίου ιαμβικού καταληκτικού τετράμετρου.