Γενικά, η φορεσιά στα Πιέρια δεν διέφερε και πολύ από χωριό σε χωριό. Απλά υπήρχαν κάποιες παραλλαγές. Η φορεσιά ήταν φτωχή, πράγμα που υποδεικνύει και την κοινωνία του χωριού, αφού οι περισσότεροι ήταν φτωχοί αγρότες, κτηνοτρόφοι, υλοτόμοι, τεχνίτες κλπ. Ήταν φτιαγμένη, όμως, με μεράκι και καλαισθησία. Συνήθως τα υφάσματα ήταν υφαντά στον αργαλειό. Εκείνο που πρέπει να τονιστεί είναι ότι όλα τα ρούχα που φορούσαν ήταν έργο των χεριών τους παλιά. Κάθε σπίτι είχε τον αργαλειό του και εκεί ύφαινε τα υφαντά της η οικοδέσποινα και τα προικιά της η ανύπαντρη κοπέλα. Οι βελέντζες, τα προκόβια, τα σκουτιά και όλα τα άλλα μάλλινα υφάσματα από τον αργαλειό θα περνούσαν να χτυπηθούν στα μπατάνια για να καταλήξουν στον φραγκοράφτη, όπου θα γίνει το κοστούμι. Θα αναλύσουμε στη συνέχεια τις φορεσιές των Ριζωμάτων, του Δασκίου και της Σφηκιάς.
Αντρική φορεσιά σε όλα τα χωριά
Περίπου ίδια ήταν και η αντρική φορεσιά σε όλα χωριά. Απλά υπήρχαν διαφορές περισσότερο στο χρώμα του πουκαμίσου.
Παλιά φορούσαν τη φουστανέλα την πλισεδάτη, με πολλές δίπλες (λαγιόλια), τα πουκάμισα με τα φαρδιά μανίκια, τα χολέβια με τις βουδέτες (πουδέτες). Στο Δάσκιο είχαν μια άσπρη πουκαμίσα που έφτανε μέχρι τα γόνατα και η οποία από τη μέση και κάτω είχε λαγκιόλια (πτυχές) και τελείωνε ως φουστανέλα. Πάνω από αυτή φορούσαν το μπενίσι ή τσαμαντάνι (γιλέκο), που ήταν καγκελοκεντημένο με χρυσό γύρο, και με πυκνά επίχρυσα κουμπιά. Φανέλες μάλλινες είχαν μόνο για το χειμώνα. Το ζωνάρι ήταν λευκό και κόκκινο για τους νέους και μαύρο για τους γέρους.
Για παπούτσια είχαν τα γουρουνοτσάρουχα για τις δουλειές και τα αγοραστά τσαρούχια με πρόκες και μαύρες φούντες για τις γιορτές. Οι νέοι δένανε στο λαιμό μια παρδαλή σερβέτα (μαντήλι). Ξυρίζονταν αραιά και άφηναν αφέλειες στα μαλλιά τους για παλικαροσύνη. Οι γέροι δεν ξυρίζονταν καθόλου. Η κάπα τον χειμώνα ήταν ο αχώριστος σύντροφός τους και στο κεφάλι παλιότερα είχαν το γνωστό φέσι που κατέληγε σε κόκκινη φούντα. Τον χειμώνα φορούσαν σαν παλτό το πάντο (από το επανωφόρι) που έφτανε ως το γόνατο.
Από τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου αιώνα επικράτησε η κιλότα. Φόρεσαν άσπρα, μαύρα πουκάμισα ή ριγέ, που κούμπωναν στον ώμο και είχαν μπροστά μεταλλικά κουμπάκια. Η κιλότα ήταν από μαύρο υφαντό. Κάτω από το γόνατο και πάνω από τη κιλότα φορούσαν τα σκουφούνια, που είχαν γύρισμα 3-4 εκατοστών, με κεντίδια «γράμματα» που τα έλεγαν «περηφάνιες» και τις στερέωναν με ένα μαύρο κορδόνι κάτω από το γόνατο, που στις άκρες του κρέμονταν δύο κόκκινες ή άσπρες φούντες. Το γιλέκο ήταν μαύρο, μυτερό ως τη μέση με κουμπιά και τσέπη χαμηλά για να βάζουν το ρολόι και είχε γαϊτάνια γύρω γύρω. Το ζωνάρι ήταν λευκό υφαντό με κρόσσια, κρεμαστό στη μια πλευρά. Στο κεφάλι φορούσαν μαύρες τραγιάσκες και στα πόδια φορούσαν γουρουνοτσάρουχα ή λαστιχωτά παπούτσια, τσαρούχια με φούντα ενώ τα «καλά» ήταν δερμάτινα.
