ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα MAZEDONISCHE FOLKLORE. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα MAZEDONISCHE FOLKLORE. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Απριλίου 2014

ΟΙ ΚΑΠΕΤΑΝΑΡΑΙΟΙ ΤΗΣ ΒΕΡΟΙΑΣ

Γράφει ο Χρήστος Ζάλιος
Εκπαιδευτικός/συγγραφέας

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "ΝΙΑΟΥΣΤΑ", 
Αρ. τεύχους 146, Ιανουάριος-Μάρτιος 2014 
  

Φωτ. 1. Καπεταναραίοι Βέροιας με Βοσκοπούλες και Μάγκες (1936)


Το έθιμο
Οι Καπεταναραίοι είναι παλαιό αποκριάτικο έθιμο της Βέροιας. Είναι ένα χορευτικό - θεατρικό δρώμενο, με ρίζες που δύσκολα ανιχνεύονται, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα από τα έθιμά μας. Σίγουρα όμως οι ρίζες αυτές είναι κοινές με άλλα έθιμα της περιοχής όπως οι Μπούλες και τα Ρουγκάτσια.

Οι Καπεταναραίοι είναι έθιμο που τελούνταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας αλλά και στα χρόνια του μεσοπολέμου από Βεροιωτάδες και από Βλάχους της Βέροιας και των γύρω ορεινών χωριών (Σέλι, Ξηρολίβαδο, Σκυλίτσι). Μετά τον πόλεμο του 1940 δυστυχώς ατόνησε και σιγά-σιγά χάθηκε.
Το έθιμο ετελείτο την περίοδο της Αποκριάς. Η δράση του ήταν κυρίως χορευτική, εμπεριείχε όμως και θεατρικά στοιχεία. Η ονομασία του εθίμου παραπέμπει στους Καπετάνιους των κλεφτών και αρματολών. Η ενδυμασία είναι η κλεφταρματολίτικη φορεσιά των Καπεταναίων, όπως την περιγράφει ο Κων/νος Ζήσιος στο βιβλίο του «Νικοτσάρας», το 1889.

Γραπτές αναφορές για το έθιμο :
Ο ιστορικός της Βέροιας Αναστάσιος Χριστοδούλου[1] αναφέρει σχετικά με τις Αποκριές στη Βέροια προ της απελευθέρωσης αλλά και κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. «Η Βέροια εφημίζετο πάντοτε για τα εξαιρετικά καρναβάλια που παρουσίαζε κάθε χρόνο τις αποκριές, ιδίως κατά τους χρόνους της δουλείας, στους οποίους οι Βεργιώτες ξεφάντωναν εις εθνικάς εκδηλώσεις μέχρι παρεξηγήσεως. Παρέες διάφορες ντυμένοι με την δοξασμένη του αρματολού φουστανέλα και τα επακόλουθα εξαρτήματα, πισλιά, τσαρούχια, σιάπκα, κάλτσες, βουδέτες και άφθονα ασημικά, περιέτρεχον την πόλιν χορεύουσαι και τραγουδούσαι Εθνικά άσματα.
Ο Λάκης Καλλιάνδρας ντυμένος γυναικεία ευρωπαϊκά, κοκώνα αποκαλούμενος, με την ομπρέλα αναποδογυρισμένη, συνέλεγε τα εκ των παραθύρων και των κύκλω θεωμένων, ριπτόμενα νομίσματα, γροσάκια, μεταλλίκια, προς ψυχαγωγίαν των μεταμφιεσμένων.
Τους αρματολούς και κλέφτες, τους οποίους ημείς αποκαλούσαμε "Καπεταναραίους" συνώδευαν όργανα εγχώρια. Οι οργανοπαίκται καίτοι Τουρκόγιουφτοι, εγνώριζον εν τούτοις και τα Εθνικά μας τραγούδια, τα οποία ευχαρίστως ηκούοντο, παιζόμενα».


Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

ΡΟΥΓΚΑΤΣΙΑ ΣΤΑ ΛΕΥΚΑΔΙΑ



Γράφει ο Χρήστος Ζάλιος


Την Κυριακή 30/12/2012 μετά από 60 χρόνια, με μεγάλο ενθουσιασμό αναβίωσαν και πάλι τα Ρουγκάτσια στα Λευκάδια της Νάουσας, από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Λευκαδίων «Αγία Παρασκευή».


 Η τελευταία φορά που τα Λευκάδια είχαν βγάλει Ρουγκάτσια με σκοπό να συγκεντρώσουν χρήματα για την αποπεράτωση του Ι.Ν. Αγίας Παρασκευής, ήταν το 1953. 
Ο πολιτιστικός σύλλογος των Λευκαδίων αναβίωσε το έθιμο έχοντας δύο στόχους
α) να συγκεντρώσει χρήματα για να βοηθήσει οικονομικά το σχολείο του χωριού και β) να φέρει τους κατοίκους και πάλι κοντά στις παραδόσεις μας, αναβιώνοντας ένα από τα παλαιότερα και ομορφότερα ελληνικά έθιμα της Μακεδονίας. Είναι βέβαιο ότι και οι δύο στόχοι επιτεύχθηκαν απόλυτα. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό τα παλικάρια τους που με την παραδοσιακή ντόπια φουστανέλα και τα ξύλινα σπαθιά χόρεψαν τους παραδοσιακούς χορούς των χωριών της περιοχής μας.

Το έθιμο ξεκίνησε όπως και παλιά από την εκκλησία του χωριού όπου οι Ρουγκατσιάρηδες πήραν την ευλογία του Ιερέα για ευόδωση των στόχων και της αποστολής τους.


 
 Ρουγκατσιάρηδες Λευκαδίων μπροστά στον Ι.Ν Αγίας Παρασκευής 30-12-2012


Μετά το τέλος της θείας λειτουργίας, στο προαύλιο της εκκλησίας παρουσία όλου του κόσμου χόρεψαν τον χαρακτηριστικό προσκυνητό χορό, τον ντόπιο Νιζάμικο (Νιζάμσκι), τη Γκάϊντα, τη Μάρενα, το Πατρούνινο και άλλους χορούς.


Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

ΡΟΥΓΚΑΤΣΙΑ


Τα Ρουγκάτσια στο Ρουμλούκι

Ένα από τα ωραιότερα Ρουµλουκιώτικα έθιµα που τελούνται έως και σήµερα µε κάποιες παραλλαγές σε σχέση µε το παλιό τυπικό, είναι τα Ρουγκάτσια. Πρόκειται για µία οµάδα φουστανελοφόρων που φέρουν σπαθιά και κατά την διάρκεια του Δωδεκαηµέρου περιφέρονται στα χωριά του κάµπου χορεύοντας µε τους ήχους των ζουρνάδων και του νταουλιού σε κάθε σπίτι που επισκέπτονται έναν κύκλο τεσσάρων συνεχόµενων χορών, που όλοι µαζί ονοµάζονται "Ρουγκατσιάρικος". Κύριος σκοπός της τέλεσης του εθίµου είναι η συγκέντρωση χρηµάτων, παλαιότερα γεννηµάτων, που τα προσφέρει ο νοικοκύρης του κάθε σπιτιού που επισκέπτονται, σαν ενίσχυση για την οικοδόµηση νέου ναού ή την συντήρηση παλαιού, πολλές φορές δε και σχολικού κτιρίου στο χωριό από το οποίο κατάγονται οι χορευτές της οµάδας.


 Σχετικά µε την ετυµολογία της λέξεως Ρουγκάτσια, έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς διάφορες απόψεις. Συναντάται και σε άλλες περιοχές του Βορειοελλαδικού χώρου (Μακεδονία-Θεσσαλία), δηλώνοντας τις µεταµφιέσεις ανδρών, που κατά την διάρκεια του Δωδεκαηµέρου και δη στις τρεις μεγαλύτερες εορτές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, περιόδευαν στις πολιτείες και τα χωριά. Χαρακτηριστικό γνώρισµα αυτών των µεταµφιέσεων είναι ότι οι συµµετέχοντες παίρνουν αλλού την µορφή ζώων, όπως αρκούδα, λύκος, τράγος, καµήλα και αλλού ντύνονται µε ρούχα οπλισµένων ανδρών (όπως συµβαίνει και στο Ρουµλούκι). Εκτός όµως από τη λέξη Ρουγκάτσια, αναφέρονται και ως Αρουγκουτσιάρια, Λουγκατσιάρια, Ρουγκουτσιάρια, Ρογκατσάδες, Ρουγκανάδες, Σουρβατζήδες, Μπαµποέρηδες, Μπαµπουσιαραίοι, Καπιταναραίοι, Αράπηδες και βεβαίως στον Πόντο ως Μωµόγεροι και ως Καρακοτζάδες στους ολιγοπρόσωπους θιάσους των Ελλήνων των Τουρκόφωνων χωριών του Δυτικού Πόντου.



Από τους ερευνητές και τους λαογράφους έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις και ερµηνείες για την προέλευση της λέξεως Ρουγκάτσια. Ο πατέρας της Ελληνικής λαογραφίας Ν. Πολίτης πιστεύει ότι προέρχεται από την Λατινική λέξη Rogatio, που είναι ουσιαστικό του ρήµατος Rogo και σηµαίνει απαιτώ, έχω την αξίωση να µου δώσουν κάτι για τον κόπο µου, κάτι που δεν απέχει και πολύ από την πραγµατικότητα, αφού τα Ρουγκάτσια αιτούνταν και συγκέντρωναν χρήµατα και γεννήµατα από κάθε σπίτι που επισκέπτονταν.
Κάποιοι άλλοι ερευνητές ισχυρίζονται ότι οφείλουν το όνοµά τους στη σλαβική λέξη "Ρόγκ", που θα πει κέρατο, θεωρία που και αυτή έχει κάποια σχέση µε τα Ρουγκατσιάρια που τελούνταν σε άλλες εκτός του Ρουµλουκιού περιοχές, αφού αρκετοί από τους µεταµφιεσµένους συµµετέχοντες φορούσαν και κεφαλαριές ζώων µε κέρατα βοδιών, τράγων, και κριαριών και άλλοι από το Βουλγαρικό rogac (ελάφι).
Κατά µία άλλη εκδοχή, προέρχεται από τον ήχο ρούγου - ρούγου, που έβγαζαν τα κυπροκούδουνα που φορούσαν οι µασκαρεµένοι. Προς ενίσχυση αυτής, συνηγορεί και το γεγονός ότι σε ορισµένα χωριά των Γρεβενών, τα Ρουγκατσιάρια τα λένε "ρούγκους" και στην Φυτειά της Βέροιας "Ρουγγανάδες".
Ο Ναουσαίος φιλόλογος και λογοτέχνης, ερευνητής Θωµάς Γαβριηλίδης θεωρεί ότι προέρχεται από τα ρόϊδα , µε τα οποία ήταν στολισµένοι οι ένοπλοι συνοδοί του θεϊκού ζευγαριού του Διονύσου κατά την τέλεση των "Μικρών Διονυσίων" στην αρχαιότητα, όπου τα ροϊδάρια γίνονται µε την πάροδο του χρόνου Ρογκατσιούδια> Ρογκαστάρια> Ρουγκάτσια.
Τέλος, παραθέτω και µία σχετική παράδοση, που κατέγραψα στο Ρουµλούκι
και πιο συγκεκριµένα στο χωριό Νησελούδι. Σύµφωνα µ'αυτήν, κατά την
διάρκεια των Ελληνοπερσικών πολέµων στην αρχαιότητα, όταν πέρασαν από
την περιοχή οι Πέρσες, διεξήγαγαν μάχη µε τους Έλληνες εκεί όπου σήµερα
βρίσκεται η Καµάρα του Κλειδίου, το αποµεινάρι δηλαδή της µεγάλης τοξωτής
γέφυρας του Λουδία. Οι Έλληνες ήταν τότε ντυµένοι µε φουστανέλες (προφα-
νώς εννοούνται οι χιτώνες) και µόλις τους αντίκρυσαν οι Πέρσες αναφώναξαν:
"Α! τους Ρόγκατσιους", δηλαδή τους αγριάνθρωπους, τους ατιµέλητους. Από
τότε λοιπόν, ονοµάστηκαν οι φουστανελεφόροι που απαρτίζουν την οµάδα ως
Ρουγκατσιάρηδες και το έθιµο ως Ρουγκάτσια ή Ρουγκατσιάρια.

Πράγµατι, στο Ρουµλουκιώτικο ιδίωµα υπάρχει η λέξη "ρόγκατσιους" που
δηλώνει τον αγριάνθρωπο, όπως επίσης και "ρουγκάτσι" που χαρακτηρίζει την
δύστροπη και πανούργα γυναίκα. Η παράδοση αυτή, σαφώς, αποτελεί µία
ακόµη διατύπωση της προσφιλούς πάντοτε συνήθειας των Ρουµλουκιωτών να
συνδέουν την καταγωγή τους και διάφορα γεγονότα µε τους αρχαίους Μακε-
δονικούς χρόνους. (Την αναφέρω πάντως προς διατήρηση της γοητείας και του
αυθόρµητου της καταγραφής της).